Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.11: Ημέρες Ομίχλης.

ΣΧΗΜΑ 4.8: Σχετική υγρασία (μετεωρολογικός σταθμός Αργοστολίου).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.10: Σχετική Υγρασία (%).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.9: Θερμοκρασία (°C)

ΣΧΗΜΑ 4.6: Διακύμανση την μηνιαίων τιμών ύψους υετού στο Λεσίνι.

ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ (ΣΕΛΙΔΕΣ 83 - 100)

Στην συνέχεια αναλύονται τα κοντινά στις εγκαταστάσεις της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους.

Κλεισούρα

Είναι χαράδρα ιδιαίτερης «άγριας» φυσικής ομορφιάς, μερικά χιλιόμετρα έξω από το Αιτωλικό, στο δρόμο Μεσολογγίου - Αγρινίου. Τα γύρω από αυτή βουνά έχουν δάση από δρυς σε αραιή δασοκάλυψη ενώ η φυσική επέκταση της χαράδρας προς το Αγρίνιο καταλήγει σε δάσος πυκνό μακί που διακόπτεται από πλατάνια και καλλιέργειες. Από επιστημονική άποψη η χαράδρα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια που μέσα σε αυτή συναντώνται ενδημικά φυτά αποκλειστικά για την περιοχή. Παλαιότερα υπήρχε και πανίδα που μάλλον έχει εξαφανιστεί.

Βαράσοβα

Η περιοχή προστατεύεται και ως αρχαιολογικός χώρος. Είναι βραχώδης ορεινός όγκος με εξαιρετικά απότομες πλαγιές, ιδιαίτερα προς την θάλασσα. Βρίσκεται στον πατραϊκό κόλπο, μεταξύ Κρυονερίου - Γαλατά και Κάτω Βασιλικής. Η δασική κάλυψη είναι κυρίως αραιά, από φρύγανα θάμνους και πόες με τμήματα μακί ανάμεσα τους. Στην Βαράσοβα υπάρχει χλωρίδα αποκλειστικά ενδημική. Αισθητικά αποτελεί φυσική ενότητα με την Παλιοβούνα, ορεινό όγκο ακριβώς απέναντι της καθώς και με το τμήμα του ποταμού Εύηνου. Ανάμεσα τους κυριαρχούν δάση μακί με μικρά τμήματα αναδασωμένου πεύκου. Υπάρχει και πανίδα από κατσίκια ημιάγριας μορφής.

Δάσος Λεσινίου (Φράξου)
Δεν έχει χαρακτηριστεί ως ΤΙΦΚ, αλλά αποτελεί σημαντικό δάσος. Βρίσκεται στο κτήμα Λεσινίου και περιβάλει το δρόμο Μεσολογγίου - Αστακού. Είναι το μοναδικό αμιγές δάσος φράξου στην Ελλάδα, ενώ από άποψη ιδιοκτησιακή ανήκει στον οργανισμό Λεσινίου. Έχει έκταση γύρω στα 500 στρέμματα. Στην Ελλάδα υπάρχουν τρία αυτοφυή είδη φράξου, τα οποία συναντώνται στην περιοχή.

4.1.10.6 Εθνικά Πάρκα/Εθνικοί Δρυμοί

Στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος υπάρχει το εθνικό πάρκο της λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου. (ΦΕΚ 477 Δ/31-5-2006).

4.1.10.7 Συνοπτική παρουσίαση

Όλες οι ανωτέρω περιοχές προστασίας παρουσιάζονται στον χάρτη προστατευόμενων και ευαίσθητων περιοχών που επισυνάπτεται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III της παρούσας μελέτης.

4.1.10.8 Χρήσεις Γης

Διαχωρίστηκαν οι παρακάτω χρήσεις. Φυσικός τουέας α. Δάση - Θαμνώνες
Οι εκτάσεις που καλύπτονται από δασική βλάστηση είναι σχετικά λίγες στην περιοχή. Συγκροτημένα δάση, που να δίνουν δυνατότητες εκμετάλλευσης τους, απουσιάζουν. Τα περισσότερα είναι σχετικά αραιά και είναι υπολείμματα παλαιοτέρων δασών.
Στην κατηγορία αυτή, έγινε προσπάθεια να διαχωριστούν τρεις (3) κατηγορίες πυκνότητας της δενδρώδους και θαμνώδους βλάστησης.
• Πυκνότητα > 60%: Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα καλύτερα δασικά τμήματα της περιοχής, από πλευράς κάλυψης του εδάφους. Στο ανατολικό τμήμα του χάρτη, στο εσωτερικό της περιοχής, εντοπίζονται τα περισσότερα και κυρίως αυτά που περιέχουν δενδρώδη βλάστηση, αντίθετα με κάποια μικρά τμήματα που συναντώνται στην δυτική πλευρά με έκθεση στη θάλασσα, τα οποία περιέχουν θαμνώνες.
• Πυκνότητα 20-60%. Οι εκτάσεις της κατηγορίας αυτής είναι λίγες και τεμαχισμένες. Στην δυτική πλευρά με έκθεση στην θάλασσα, και στα νησάκια, συναντώνται θαμνώνες, ενώ στα υπόλοιπα τμήματα συναντώνται και δενδρώδεις σχηματισμοί, κυρίως στις παρυφές του κτήματος Λεσινίου.
• Πυκνότητα < 20%. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τμήματα τα οποία περιέχουν αραιή βλάστηση και κατά το πλείστον δενδρώδη. Οα μπορούσε ενδεχομένως να χαρακτηρισθεί και σαν περιοχή με διάσπαρτα δένδρα.
β. Βοσκότοποι
Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται τα μεγαλύτερα τμήματα της περιοχής και κυριαρχεί η ποώδης βλάστηση και οι διάσπαρτοι θάμνοι ή δένδρα. Η κατηγορία αυτή μοιάζει αρκετά με την προηγούμενη ως προς τον τύπο του τοπίου, αλλά και ως προς τη χρήση που γίνεται, καθότι και οι δύο χρησιμοποιούνται για την κτηνοτροφία.
γ. Άγονες Εκτάσεις
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν κυρίως κορυφές, και άλλες εκτάσεις, από τις οποίες απουσίαζε το έδαφος και η βλάστηση.
δ. Αμμοθίνες
Στο νοτιοδυτικό τμήμα, στα όρια της πεδιάδας με τη θάλασσα, παρατηρούνται αμμώδεις εκτάσεις σημαντικού πλάτους 200-300μ. περίπου, οι οποίες βρίσκονται σχεδόν στο επίπεδο της θάλασσας και υπόκεινται σε περιοδικές πλημμύρες. Αποτελούν τμήμα της λιμνοθάλασσας Σκαντζόχοιρου κα. σχεδόν ενώνονται σε κάποιο σημείο με τη νήσο Πεταλάς.
ε. Κακώς αποστραγγιζόμενες εκτάσεις
Στις παρυφές του κτήματος Λεσινίου εξακολουθούν να υπάρχουν μερικές λουρίδες γης, με κακή στράγγιση, οι οποίες καλύπτονται από υδρόφιλη βλάστηση.
Γεωργικός τουέας
Στον τομέα αυτό διαχωρίστηκαν τρεις (3) χρήσεις: α. Καλλιεργούμενες εκτάσεις με εγγειοβελτιωτικά έργα
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι πεδινές εκτάσεις του κτήματος Λεσινίου που δόθηκαν στην καλλιέργεια μετά την αποξήρανση της λίμνης Μελίτης. Οι εκτάσεις αυτές καλλιεργούνται με ετήσιες καλλιέργειες, και απουσιάζει παντελώς κάθε είδος δενδροκαλλιέργειας.
β. Καλλιεργούμενες εκτάσεις χωρίς εγγειοβελτιωτικά έργα
Στην κατηγορία αυτή κατατάσσονται γεωργικές εκτάσεις εκτός του κτήματος Λεσινίου, οι οποίες εντοπίζονται σε επίπεδες κυρίως εκτάσεις στις παρυφές του βόρειου τμήματος του κτήματος Λεσινίου, και βορειότερα στην κοιλάδα του Γέρο Πόρου (Αναπού) ποταμού, και στην κοιλάδα του Ξηροπόταμου βόρεια του Αστακού. Και στις εκτάσεις αυτές κυριαρχούν οι ετήσιες καλλιέργειες, ενώ στην περιοχή του Αστακού παρατηρούνται και κάποιες δενδροκαλλιέργειες.
γ. Δενδρώδεις καλλιέργειες
Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται κυρίως εκτάσεις που βρίσκονται στα χαμηλότερα τμήματα των πλαγιών των Ακαρνανικών Ορέων, στο δυτικό τμήμα της κοιλάδας του Ξηροπόταμου (βορείους του Αστακού). Διπλή είναι η ιδιαιτερότητα της κατηγορίας αυτής: πολυετείς καλλιέργειες, ελαιώνες κυρίως, αλλά και σε βουνοπλαγιά. Μια άλλη μονάδα της κατηγορίας αυτής, αλλά πολύ μικρότερης έκτασης, εντοπίζεται σε μια ελαφρώς επικλινή θέση, στην ακτή του λιμένα Αγ. Παντελεήμονα, ΝΑ του Αστακού.

4.2 ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΕΣΗΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ

4.2.1 Περιγραφή

Ο όρμος Πλατυγιάλι βρίσκεται νότια του όρμου του Αστακού σε απόσταση 4 ναυτικών μιλίων και βόρεια των εκβολών του Αχελώου σε απόσταση 10 ν. μιλίων. Το στόμιο του ορίζεται από τα ακρωτήρια Καρλόγλωσσα και Χονδρός στο Ιόνιο πέλαγος.
Απέναντι από την είσοδο του όρμου βρίσκονται οι Βόρειες Εχινάδες (Δρακονέρα, Προβάτιο και Ποντικός), που δημιουργούν ένα φυσικό δίαυλο με την ξηρά πλάτους δύο περίπου χιλιομέτρων. Τα βάθη στον δίαυλο αυτό κυμαίνονται από 35 μέχρι 60 μ.
Η είσοδος στον όρμο έχει στο στενότερο σημείο της πλάτος 450 μ. περίπου, το δε μήκος του όρμου στον άξονα του ξεπερνά το ένα ν. μίλι. Τα νερά έχουν βάθος 20-25 μ. στον άξονα του όρμου.
Η περιοχή του όρμου Πλατυγιάλι αποτελείται από ασβεστολιθικά πετρώματα και δεν υπάρχουν εμφανή επιφανειακά νερά. Το έδαφος που καλύπτει τους ασβεστόλιθους είναι μικρού πάχους Κοντά στην θάλασσα στο δυτικό και το βόρειο μέρος του όρμου, τα βράχια είναι τελείως γυμνά και σταματούν απότομα πάνω από το νερό σε ύψος 0,5 μέτρου περίπου, χωρίς να δημιουργείται ομαλή ακτή. Στο βάθος του όρμου (βόρεια-βορειανατολικά) η ακτή είναι πιο ομαλή ακολουθώντας την κλίση της μικρής κοιλάδας που δημιουργείται στο βορειοανατολικό άκρο του όρμου. Η ανατολική πλευρά του όρμου είναι και αυτή βραχώδης χωρίς να δημιουργείται ομαλή ακτή.
Η περιοχή των εγκαταστάσεων βρίσκεται στο βάθος του όρμου Πλατυγιάλι και περικλείεται από λόφους.

4.2.2 Οικοσυστήματα

Στην συγκεκριμένη περιοχή του έργου το πετρώδες έδαφος και η έλλειψη εμφανών επιφανειακών υδάτων είναι παράγοντες που έχουν οδηγήσει στη δημιουργία ενός χερσαίου οικοσυστήματος αποτελούμενο κυρίως από θάμνους. Υπάρχουν επίσης λίγα ελαιόδενδρα και αρκετές βελανιδιές. Η χλωρίδα αυτή, αποτέλεσμα των φυσικών χαρακτηριστικών του βιότοπου, είναι χαρακτηριστική των ασβεστολιθικών και άνυδρων Μεσογειακών περιοχών, συναντάται δε πολύ συχνά στην Ελλάδα.
Ο βυθός του όρμου είναι αμμώδης-ιλυώδης και οι ακτές όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, βραχώδεις.
Χαρακτηριστική είναι η απουσία οποιουδήποτε είδους μόνιμης ορνιθοπανίδας στην περιοχή αμέσου επιρροής.

4.2.3 Χλωρίδα - Πανίδα

Στην συγκεκριμένη περιοχή του έργου το πετρώδες έδαφος και η έλλειψη εμφανών επιφανειακών υδάτων είναι παράγοντες που έχουν οδηγήσει στη δημιουργία ενός χερσαίου οικοσυστήματος αποτελούμενο κυρίως από θάμνους. Υπάρχουν επίσης λίγα ελαιόδεντρα και αρκετές βελανιδιές. Η χλωρίδα αυτή, αποτέλεσμα των φυσικών χαρακτηριστικών του βιότοπου, είναι χαρακτηριστική των ασβεστολιθικών και άνυδρων Μεσογειακών περιοχών, συναντάται δε πολύ συχνά στην Ελλάδα.
Ο βυθός του όρμου είναι αμμώδης-ιλυώδης και οι ακτές όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, βραχώδεις.
Χαρακτηριστική είναι η απουσία οποιουδήποτε είδους μόνιμης ορνιθοπανίδας στην περιοχή αμέσου επιρροής.

4.2.4 Χρήσεις γης

Οι χρήσεις γης σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ 1991 στην άμεση και ευρύτερη περιοχή του έργου παρουσιάζονται στον Πίνακα που ακολουθεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 1991, οι καλλιέργειες αποτελούν την κυρίαρχη χρήση στην ευρύτερη περιοχή καλύπτοντας το 64,3% της έκτασης, ενώ σημαντικοί είναι και οι βοσκότοποι που καλύπτουν το 16,1%. Οι δασικές εκτάσεις και οι εκτάσεις με νερά καλύπτουν μικρό ποσοστό, περίπου 8,4% και 3,7% αντίστοιχα. Οι εκτάσεις των οικισμών αντιπροσωπεύουν ποσοστό της τάξης του 5,7%. Για την περίοδο 1981-91 παρατηρείται μια αύξηση των καλλιεργούμενων, των οικιστικών και των άλλων εκτάσεων (βραχότοποι, μεταλλεία κλπ). Παράλληλα, παρατηρείται μια μείωση των βοσκοτόπων και των εκτάσεων που καλύπτονται από νερά.
Στην άμεση περιοχή των έργων υπάρχει η θεσμοθετημένη βιομηχανική περιοχή (ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ.) στην οποίο έχει εκτελεσθεί ένα μεγάλο μέρος των έργων υποδομής. Ο περιβάλλων χώρος είναι γυμνός από καλλιέργειες, υπάρχουν μόνο λίγα ελαιόδενδρα και αρκετές βελανιδιές. Κυριαρχούν οι βοσκότοποι (βοοειδή και αιγοπρόβατα) και η σκληροφυλλική βλάστηση.
Οι κυρίαρχες χρήσεις γης στην άμεση περιοχή του έργου σύμφωνα με το Corine Land Cover 2000 απεικονίζονται στο στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III της παρούσας μελέτης.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.4. : Βασικές κατηγορίες χρήσεων γης

4.2.5 Γεωλογικά - Γεωτεχνικά στοιχεία

Για την διαπίστωση των συνθηκών υπεδάφους στην περιοχή του έργου έγιναν έρευνες μεταξύ Νοεμβρίου 1984 και Ιανουαρίου 1985 και παρουσιάζονται σε έκθεση της Γεωέρευνα Α.Ε. με τίτλο: «ΒΙΠΕΤΑ Α.Ε.. Εδαφοτεχνική Έρευνα Ναυτιλιακής Βιομηχανικής Περιοχής Πλατυγιαλίου Αστακού Αιτωλοακαρνανίας, Αθήνα, Γενάρης 1985» και παρουσιάζονται στην αρχική ΜΠΕ. Παρακάτω παρουσιάζεται ενδεικτικά απόσπασμα του γεωλογικού χάρτη ΙΓΜΕ της περιοχής.

ΣΧΗΜΑ 4.2.  : Γεωλογικός Χάρτης ΙΓΜΕ

4.2.6 Σεισμολογικά στοιχεία

Σύμφωνα με το χάρτη ζωνών σεισμικής επικινδυνότητας της Ελλάδας Νέος Ελληνικός  Αντισεισμικός Κανονισμός (ΝΕΑΚ) η περιοχή ενδιαφέροντος κατατάσσεται στη ζώνη II, δηλαδή στη ζώνη με τη μεσαία σεισμική επικινδυνότητα του Ελλαδικού χώρου βρίσκεται όμως πολύ κοντά στη ζώνη III.

ΣΧΗΜΑ 4.3. : Χάρτης ζωνών Σεισμικής Επικινδυνότητας της Ελλάδος

Στην συνέχεια παρατίθενται δύο ακόμη χάρτες:

ΣΧΗΜΑ 4.4. - ΣΧΗΜΑ 4.5. : Κύρια σεισμολογικά τόξα έντονης σεισμικής δραστηριότητας. 1964-2000 - Επίκεντρα και μεγέθη των κυριοτέρων σεισμών. MAXIMUM MAGNITUDE DISTRIBUTION

Στον πρώτο χάρτη εμφανίζονται τα κύρια σεισμολογικά τόξα έντονης σεισμικής δραστηριότητας, που διέρχονται από τον Ελλαδικό χώρο. Παρατηρούμε ότι η ευρύτερη περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας επηρεάζεται άμεσα τόσο από το αντίστοιχο τόξο που δίνει ισχυρούς σεισμούς κυρίως στην περιοχή των Επτανήσων όσο και απο το τόξο του κορινθιακού κόλπου. Αυτό δικαιολογεί και τους ισχυρούς σεισμούς που έχουν παρατηρηθεί στην ευρύτερη περιοχή όπως διαπιστώνουμε από την μελέτη του πίνακα παρακάτω.
Στο δεύτερο χάρτη εμφανίζονται τα επίκεντρα και τα μεγέθη των κυριοτέρων σεισμών που έχουν συμβεί στον Ελλαδικό χώρο κατά την περίοδο 1964-2000. Από τον συγκεκριμένο χάρτη παρατηρούμε ότι οι περισσότεροι σεισμοί που έχουν ως επίκεντρο την ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και κυρίως την περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας, είναι της τάξης των 4 βαθμών της κλίμακας Richter, μερικές φορές και μεγαλύτερο.
Τα σχετικά αυτά μεγάλα μεγέθη σεισμών που έχουν εμφανιστεί στην ευρύτερη περιοχή θα πρέπει να οδηγήσουν σε εξαρχής ασφαλή αντισεισμικό σχεδιασμό των εγκαταστάσεων.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.6. : Σεισμολογικά στοιχεία περιοχής (1960-2000)

4.3 ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΥΔΡΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

4.3.1 Μετεωρολογικά στοιχεία

Μετεωρολογικοί σταθμοί
Στην ευρύτερη περιοχή του έργου υπάρχουν οι παρακάτω μετεωρολογικοί και βροχομετρικοί σταθμοί:

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.7. : Μετεωρολογικοί και βροχομετρικοί σταθμοί της ευρύτερης περιοχής

Ο πλησιέστερος σταθμός είναι του Λεσινίου, αλλά οι παρατηρήσεις που έγιναν σ' αυτόν καλύπτουν πλήρως μόνο τις βροχοπτώσεις και την θερμοκρασία, έχουν μερικές ελλείψεις όσον αφορά την εξάτμιση και τα ανεμολογικά, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία για τη νέφωση. Για τον λόγο αυτό παρατίθενται στοιχεία και από άλλους σταθμούς, που ενώ δεν εκπροσωπούν ακριβώς τις συνθήκες της περιοχής του έργου, είναι αρκετά κοντά, ώστε να είναι δεκτές οι παρατηρήσεις σ' αυτούς, με κάποια έστω προσέγγιση.

Βροχοπτώσεκ

Η μέση ετήσια βροχόπτωση στην περιοχή του Λεσινίου φθάνει τα 821 χλστ. (πίνακας 4.1.). Το θέρος είναι υπέρξηρο με 2,4% της συνολικής βροχόπτωσης, η άνοιξη συγκεντρώνει το 17,9%, ενώ το 80% περίπου της βροχόπτωσης παρουσιάζεται κατά την διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα (35,3% και 44,4% αντίστοιχα).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.8. : Βροχόπτωση

Παρόμοια κατανομή εμφανίζουν και οι σταθμοί Αγρινίου, Αργοστολίου και Λευκάδας, αν και το συνολικό ετήσιο ύψος βροχής σ' αυτούς είναι μέχρι και 20% περισσότερο.
Για τον υπολογισμό της πλημμύρας εφαρμόζεται η όμβριος καμπύλη που προέκυψε από τους Μετεωρολογικούς Σταθμούς Αστακού και Βόνιτσας.
ί = 12,328 t0,226 Τ 0,3875 όπου: ί = η ένταση της κρίσιμης βροχοπτώσεως σε χλστ/ώρα, t = η διάρκεια της βροχόπτωσης σε ώρες, Τ = η περίοδος επαναφοράς σε χρόνια
Με την παραπάνω όμβριο καμπύλη υπολογίζεται ότι για διάρκεια βροχής 1 ώρας το ύψος της βροχόπτωσης ανέρχεται σε 23 χλστ. για περίοδο Τ=5 χρόνια και 30 χλστ. για περίοδο Τ=20 χρόνια.

ΣΧΗΜΑ 4.6. : Διακύμανση την μηνιαίων τιμών ύψους υετού στο Λεσίνι.

Θερμοκρασία

Η θερμοκρασία στην περιοχή Λεσινίου εμφανίζεται να προσεγγίζει αυτήν του Αγρινίου, με κάποιες ευνοϊκές επιδράσεις, από το γεγονός ότι είναι πολύ κοντά στην Θάλασσα (Πίνακας 4.9.).
Έτσι, η μέση μέγιστη θερμοκρασία στην περιοχή του έργου είναι 31,1°C, η δε απόλυτη μέγιστη δεν πρέπει να ξεπερνά τους 42°C, αν λάβουμε υπόψη ότι οι αντίστοιχες τιμές για το Αγρίνιο είναι 33,7°C και 44,8°C.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.9 : Θερμοκρασία (°C)

Υγρασία

Μετρήσεις για την υγρασία δεν έχουν γίνει στο Λεσίνι. Τέτοιες μετρήσεις υπάρχουν για τους Μ.Σ. Αγρινίου και Αργοστολίου. Με δεδομένη την εγγύτητα προς την θάλασσα, οι τιμές του Μ. Σ. Αργοστολίου πρέπει να αποδίδουν με μεγαλύτερη προσέγγιση τις συνθήκες στην περιοχή του έργου. Η σχετική υγρασία επομένως θα κυμαίνεται από 65% τον Ιούλιο μέχρι 74% τον Νοέμβριο, με μέση ετήσια τιμή 69,6%.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.10. : Σχετική Υγρασία (%).
ΣΧΗΜΑ 4.8 : Σχετική υγρασία (μετεωρολογικός σταθμός Αργοστολίου).

Όσον αφορά την ομίχλη, στοιχεία υπάρχουν μόνο στους Μ.Σ. Αγρινίου και Αργοστολίου. Ο μέσος όρος των ημερών ομίχλης είναι σχεδόν μηδέν στο Αργοστόλι και λίγο υψηλότερος στο Αγρίνιο. Η περιοχή όμως του Κάτω Αχελώου, λόγω της ύπαρξης μεγάλων υδάτινων επιφανειών και της αυξημένης υγρασίας, αναμένεται να παρουσιάζει επιφανειακές ομίχλες τις μεταβατικές κυρίως εποχές, άνοιξη και φθινόπωρο και κυρίως τις νυχτερινές ώρες. Περιπτώσεις ομίχλης μεταφοράς (μεταφορά θερμού και υγρού αέρα της Κεντρικής Μεσογείου πάνω από σχετικά ψυχρές επιφάνειες) παρατηρούνται, αλλά όχι συχνά.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.11. : Ημέρες Ομίχλης.
ΣΧΗΜΑ 4.9. : Αριθμός ημερών με ομίχλη (μετεωρολογικός σταθμός Αργοστολίου).

Άνεμοι

Ανεμολογικές μετρήσεις έχουν γίνει στους Μ.Σ. Αγρινίου, Αργοστολίου, Λευκάδας και Λεσινίου. Ο σταθμός του Λεσινίου βρίσκεται πλησιέστερα στο έργο αλλά δεν διαθέτει όλες τις μετρήσεις της 30ετίας. Δεδομένου ότι το Αργοστόλι είναί προσανατολισμένο όπως και η θέση του έργου με άνοιγμα προς την θάλασσα Δ-ΝΔ, επιλέγονται σαν βάση συγκρίσεως τα ανεμολογικά στοιχεία του σταθμού αυτού.
Από την σύγκριση των μετρήσεων στους δύο σταθμούς προκύπτει ότι οι άνεμοι έχουν περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά και συνεπώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα στοιχεία του σταθμού Λεσινίου παρά τις ελλείψεις τους. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι στην διάρκεια του χρόνου ο επικρατούν άνεμος είναι ο ΒΔ 16,7%, ακολουθεί ο Β 14,7%, ενώ η νηνεμία φθάνει το 25,9%.
Μετά από προσεκτικότερη έρευνα στη γύρω τοπογραφία παρατηρείται όμως ότι κι αυτός ο σταθμός δεν είναι αντιπροσωπευτικός της θέσης για διευθύνσεις Δυτικού τομέα. Αυτό οφείλεται στους λόφους Μπουσάνι, Κατσάς και Παναγία που βρίσκονται Νοτιοδυτικά του Λεσινίου και κατά κάποιο τρόπο «μπλοκάρουν» την κυκλοφορία από αυτές τις διευθύνσεις που είναι Δυτικού τομέα. Σε λίγο μεγαλύτερη απόσταση προς τα Δυτικά-Βορειοδυτικά του Λεσινίου βρίσκονται και τα υψώματα Καληχίτσα-Μπαρέτα που κι αυτά επενεργούν κατά τον ίδιο τρόπο στους ανέμους Δυτικού τομέα. Δεδομένου ότι το Πλατυγιάλι είναι στη Δυτική ακτή και συνεπώς θα είναι εκτεθειμένο περισσότερο στις θαλάσσιες αύρες, αλλά και στους Βορειοδυτικούς ανέμους που εκτρέπονται από τα Ακαρνανικά όρη, εκτιμάται ότι το αντίστοιχο διάγραμμα συχνότητας εμφάνισης της διεύθυνσης και της ταχύτητας του Λεσινίου θα είναι αντιπροσωπευτικό αν αυξηθεί η συχνότητα εμφάνισης ανέμων Δυτικού τομέα.
Έτσι προτείνεται το εξής ανεμοδιάγραμμα για την περιοχή του έργου:
• Άπνοια 25%
• ΒΔ άνεμοι 15% (7% εντάσεως 1 -2 beaufort και 8% 3-4 beaufort)
• Δ άνεμοι 22% (10% εντάσεως 1 -2 beaufort και 12% 3-4 beaufort)
• ΝΔ άνεμοι 22% (10% εντάσεως 1 -2 beaufort και 12% 3-4 beaufort)
• Β άνεμοι 15% (7% εντάσεως 1 -2 beaufort και 8% 3-4 beaufort)
Από τις υπόλοιπες διευθύνσεις ακολουθούν οι Νότιοι με μικρότερο ποσοστό εμφάνισης και κατόπιν οι άλλες διευθύνσεις που είναι σε μικρά ποσοστά λόγω της διαμόρφωσης της τοπογραφίας. Ανατολικοί ή Βορειοανατολικοί άνεμοι μπορεί να εμφανίζονται στην περιοχή του εργοστασίου υπό μορφή κυρίως καταβατικών ρευμάτων κοντά στο έδαφος λόγω της διαμόρφωσης της τοπογραφίας, αλλά συνήθως είναι πολύ ασθενείς μετά από μερικές δεκάδες μέτρα ύψος.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.12 - ΠΙΝΑΚΑΣ 4.13 : Ετήσια συχνότητα διευθύνσεως και δυνάμεως ανέμου επί τοις εκατό σε κλίμακα Beaufort, της περιόδου 1958-88 στον σταθμό Λεσινίου - Ετήσια συχνότητα διευθύνσεως και δυνάμεως ανέμου επί τοις εκατό σε κλίμακα Beaufort, εξαγχθείσα από παρατηρήσεις 08ω, 14ω και 20ω της περιόδου 1951-1972 στον Μ.Σ. Αργοστολίου.

Στο ακόλουθο σχήμα παρουσιάζεται το ροδόγραμμα διεύθυνσης και ταχύτητας του ανέμου για τον προαναφερθέντα σταθμό.

ΣΧΗΜΑ 4.10 & 4.11. : Ροδογράμματα διεύθυνσης και έντασης ανέμου (Λεσινίου και Αργοστολίου

4.3.2 Κλίμα

Το κλίμα της περιογής

Το κλίμα της ευρύτερης περιοχής μελέτης είναι τυπικά «μεσογειακό». Η σχετική αφθονία σε γλυκά και αλμυρά νερά (το συγκρότημα λιμνών Αιτωλοακαρνανίας, οι τεχνητές λίμνες της ΔΕΗ και οι πολυάριθμες λιμνοθάλασσες), καθώς και η πολυμορφία του ανάγλυφου της περιοχής (το πολυσχιδές των ακτών, δώδεκα ξερονησίδες καλύπτουν τη θαλάσσια περιοχή, η μεγάλη πεδινή έκταση, ο ορεινός όγκος της Κλεισούρας και η δυτική πλευρά της οροσειράς της Πίνδου) δικαιολογούν τις διαφορές διαβαθμίσεις του Μεσογειακού χαρακτήρα του κλίματος και την ύπαρξη πολλών μικροκλιμάτων. Κατά Gaussen, οι κλιματικές συνθήκες στην υδρολογική λεκάνη του ποταμού Αχελώου ποικίλουν σημαντικά, λόγω των διαφορών υψομέτρου και των συνθηκών υγρασίας του ποταμού και του Ιονίου Πελάγους.

α. Περιοχή ανάντι φράγματος Στράτου

Η περιοχή αυτή βρίσκεται στην κλιματική ζώνη της Βόρειας Ελλάδας και έχει τύπο κλίματος ενδιάμεσο, μεταξύ μεσογειακού και ηπειρωτικού μεσευρωπαϊκού. Ο ορεινός ηπειρωτικός τύπος έχει χαρακτηριστικά σχεδόν όμοια με τον κλιματικό τύπο της Μεσευρώπης (μικρή ηλιοφάνεια, μεγάλη νέφωση, μεγάλη περίοδος χιονοπτώσεων και χιονοσκεπούς εδάφους, άφθονες θερινές καταιγίδες, μεγάλος αριθμός ημερών χαλάζιου). Ο πεδινός ηπειρωτικός τύπος δίνει, για την πεδινή έκταση, καθαρά ηπειρωτικά χαρακτηριστικά (μεγάλο θερμοκρασιακό εύρος, πολύ χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα, βροχοπτώσεις μέσου ύψους και άνιση κατανομή τους στο χρόνο, έντονους ανέμους, μικρής διάρκειας άνοιξη και φθινόπωρο).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.8: Βροχόπτωση (mm)

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.7: Μετεωρολογικοί και βροχομετρικοί σταθμοί της ευρύτερης περιοχής

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.6: Σεισμολογικά στοιχεία περιοχής (1960-2000)

ΣΧΗΜΑ 4.4: Κύρια σεισμολογικά τόξα έντονης σεισμικής δραστηριότητας. ΣΧΗΜΑ 4.5: Επίκεντρα και μεγέθη των κυριοτέρων σεισμών.

ΣΧΗΜΑ 4.3. Χαρτης ζωνών σεισμικής επικινδυνότητας της Ελλάδας

ΣΧΗΜΑ 4.2: Γεωλογικός Χάρτης ΙΓΜΕ

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.4: Βασικές κατηγορίες χρήσεων γης

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.3: ΤΙΦΚ Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.2.β : Περιοχές Natura 2000

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.2.α : Περιοχές Natura 2000

ΣΧΗΜΑ 4.1: Περιοχές προστασίας Εθνικού Πάρκου Λιμνοθαλασσών Μεσολογγίου-Αιτωλικού, κάτω ρου και εκβολών ποταμών Αχελώου και Ευήνου και νήσων Εχινάδων.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.1: Καρστικές Πηγές

ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ (ΣΕΛΙΔΕΣ 45 - 83)

3. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ - ΕΚΤΑΣΗ - ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΥΠΑΓΩΓΗ

3.1 ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΘΕΣΗΣ

Το υπό μελέτη τμήμα βρίσκεται στον νομό Αιτωλοακαρνανίας ο οποίος καλύπτει το δυτικότερο, τμήμα της Στέρεας Ελλάδας και ανήκει διοικητικά στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος, η οποία έχει έδρα την Πάτρα. Ο νομός έχει κοινά σύνορα στα βόρεια με το νομό Άρτας, και επί 2.5 km περίπου με το νομό Καρδίτσας και ανατολικά με τους νομούς Ευρυτανίας, Φθιώτιδας και Φωκίδας, ενώ στα νότια βρέχεται από τον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο, στα δυτικά και βόρεια από το Ιόνιο πέλαγος και τον Αμβρακικό κόλπο.
Ο νομός Αιτωλοακαρνανίας, που έχει πρωτεύουσα την Ι.Π. του Μεσολογγίου, αποτελείται από 29 δήμους, έχει έκταση 5465 km2 και είναι κατά βάση ορεινός, αφού οι ορεινές εκτάσεις καλύπτουν 2730 km2, οι ημιορεινές 1650km2 και οι πεδινές 1085 km2.
Η περιοχή του έργου τοποθετείται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού και συγκεκριμένα στον όρμο Πλατυγιάλι, του Δήμου Αστακού (όπως αυτός ορίστηκε σύμφωνα με το Σχέδιο Καποδίστρια (Ν 2539/97)). Ο Αστακός είναι κωμόπολη του νομού Αιτωλοακαρνανίας, χτισμένη σε υψόμετρο 10 μ. στον μυχό του ομώνυμου κόλπου. Αποτελεί την έδρα του δήμου Αστακού και ανάμεσα στα αξιοθέατα του περιλαμβάνονται κατάφυτα τοπία, μοναστήρια και ιστορικοί χώροι.
Παλιότερα ο Αστακός ήταν σημαντικό κέντρο εξαγωγής βελανιδιού από το γειτονικό βελανιδόδασος Ξηρομέρου ενώ τα τελευταία χρόνια ελπίζει σε οικονομική ανάπτυξη με την ολοκλήρωση και λειτουργία της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ. στο Πλατυγιάλι.

ΣΧΗΜΑ 3.1. : Δήμοι νομού Αιτωλοακαρνανίας

Ο όρμος Πλατυγιάλι βρίσκεται νότια του κόλπου του Αστακού σε απόσταση 4 ναυτικών μιλίων και βόρεια των εκβολών του Αχελώου, σε απόσταση 10 ν. μιλίων. Το στόμιο του ορίζεται από τα ακρωτήρια Καρλόγλωσσα και Χονδρός στο Ιόνιο πέλαγος. (Βλ. Χάρτη Προσανατολισμού στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I).
Η περιοχή του όρμου Πλατυγιάλι αποτελείται από ασβεστολιθικά πετρώματα και δεν υπάρχουν εμφανή επιφανειακά νερά. Το έδαφος που καλύπτει τους ασβεστόλιθους είναι μικρού πάχους. Κοντά στην θάλασσα στο δυτικό και το βόρειο μέρος του όρμου, τα βράχια είναι τελείως γυμνά και σταματούν απότομα πάνω από το νερό σε ύψος 0,5 μέτρου περίπου, χωρίς να δημιουργείται ομαλή ακτή. Στο βάθος του όρμου (βόρεια-βορειανατολικά) η ακτή είναι πιο ομαλή ακολουθώντας την κλίση της μικρής κοιλάδας που δημιουργείται στο βορειοανατολικό άκρο του όρμου. Η ανατολική πλευρά του όρμου είναι και αυτή βραχώδης χωρίς να δημιουργείται ομαλή ακτή.
Η περιοχή των εγκαταστάσεων τοποθετείται στη βόρεια ακτή του όρμου Πλατυγιαλίου και περικλείεται από λόφους. Η είσοδος του έχει γεωγραφικές συντεταγμένες, γεωγραφικό μήκος 21°31'20" και γεωγραφικό πλάτος 38°21'35", η κατεύθυνση του λιμένα είναι από ΒΔ προς ΝΑ.
Απέναντι από την είσοδο του όρμου βρίσκονται οι Βόρειες Εχινάδες (Δρακονέρα, Προβάτιο και Ποντικός), που δημιουργούν ένα φυσικό δίαυλο με την ξηρά πλάτους δύο περίπου χιλιομέτρων. Τα βάθη στον δίαυλο αυτό κυμαίνονται από 25 μέχρι 60 μ.
Η είσοδος στον όρμο έχει στο στενότερο σημείο της πλάτος 450 μ. περίπου, το δε μήκος του όρμου στον άξονα του ξεπερνά το ένα ν. μίλι. Τα νερά έχουν βάθος 20-25 μ. στον άξονα του όρμου.

3.2 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΥΠΑΓΩΓΗ

Οι εγκαταστάσεις προβλέπεται να γίνουν στην περιοχή της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ. Πλατυγιαλίου Αστακού Αιτωλοακαρνανίας, στην οποία υπάρχουν ήδη κατασκευασμένες οι εγκαταστάσεις υποδομής. Η περιοχή αυτή ανήκει στα διοικητικά όρια του Δήμου Αστακού.
Η ευρύτερη περιοχή του εξεταζόμενου έργου οριοθετείται στον Κόλπο του Αστακού και ανατολικά αυτού, ενώ η άμεση περιοχή του έργου είναι ο όρμος Πλατυγιαλίου Αστακού, νοτιοανατολικά του οικισμού του Αστακού. Ο όρμος Πλατυγιάλι βρίσκεται νότια του όρμου του Αστακού, σε απόσταση 4 ναυτικών μιλίων, και βόρεια των εκβολών του Αχελώου, σε απόσταση 10 ν. μιλίων. Το στόμιο του ορίζεται από τα ακρωτήρια Καρλόγλωσσα και Χονδρός στο Ιόνιο πέλαγος.

3.3 ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΜΕ ΆΛΛΑ ΕΡΓΑ

Η ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ. Αστακού κατέχει ιδιαίτερα σημαντική θέση στον δευτερογενή τομέα του Ν. Αιτωλοακαρνανίας. Η άμεση λειτουργία της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ. ως Ελεύθερη Ζώνη, Βιομηχανική και Επιχειρηματική Περιοχή (ΒΕΠΕ) με ένα σύγχρονο εμπορικό λιμάνι (σταθμό διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων, σταθμό διακίνησης φορτίων RO-RO, σταθμό διακίνησης φορτίων χύδην, λειτουργία κέντρου διακίνησης αυτοκινήτων και τμήμα εξυπηρέτησης Ferry Boats), είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα και κατ' επέκταση του τριτογενούς αλλά και του πρωτογενούς, με την λήψη κατάλληλων μέτρων (όπως στήριξη της γεωργίας και των ιχθυοκαλλιεργειών στην ευρύτερη εκτός ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ. περιοχή, και σύνδεση τους με τις δραστηριότητες που θα αναπτυχθούν στην ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ.). Θα έχει επιδράσεις συνέργιας με τα προβλεπόμενα βιομηχανικά πάρκα στο Αγρίνιο, Μεσολόγγι και Ναύπακτο, γενικότερα αποτελεί βασική παρέμβαση στο ευρύτερο χωροταξικό σχέδιο (σε διάφορα επίπεδα).
Η λειτουργία, κύριου, εμπορικού λιμένα και βιομηχανικού υποδοχέα στην εξεταζόμενη περιοχή, θα την οδηγήσουν σε ανάπτυξη σε πολλούς τομείς, όπως είναι τα συγκοινωνιακά δίκτυα, κυρίως, το οδικό και το θαλάσσιο. Επιπλέον, θα βελτιωθεί η ποιότητα και η ασφάλεια του οδικού δικτύου της περιοχής (άμεσης και ευρύτερης), ενώ θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί το λιμάνι και για την κάλυψη των αναγκών της περιοχής.
Έτσι η ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ. θα μετεξελιχθεί σε ένα σύγχρονο εμπορικό λιμάνι με επιμέρους δραστηριότητες (σταθμό διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων, σταθμό διακίνησης φορτίων RO-RO, σταθμό διακίνησης φορτίων χύδην, λειτουργία κέντρου διακίνησης αυτοκινήτων και τμήμα εξυπηρέτησης Ferry Boats), καθώς και κέντρο αποθήκευσης & διακίνησης LNG, LPG, παραγωγής ηλ. Ενέργειας και Ελαίων για Βιοκαύσιμα σε ένα Ολοκληρωμένο και Περιβαλλοντικά Αλληλοσυμπληρούμενο Σύνολο (Environmentally Integrated Development).
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα έργο συμπλήρωσης και βελτιστοποίησης των υφιστάμενων επιτρεπόμενων χρήσεων της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ που θα περιλαμβάνει επιπλέον :
Α. Ηλεκτροπαραγωγή και πώληση ηλ. Ενέργειας, αποκλειστικά από αέρια καύσιμα LPG με μονάδες συνδυασμένου κύκλου υψηλής απόδοσης (CCGT), μέχρι 1.1 GWe με επιπλέον περιορισμούς :
- Την Εκπομπή C02από τις εγκαταστάσεις σε χαμηλά επίπεδα.
- Την ελαχιστοποίηση της Θερμικής Επιβάρυνσης του Θαλασσίου Περιβάλλοντος με αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας στις εγκαταστάσεις LNG, LPG, ελαίων για βιοκαύσιμα καθώς επίσης και στις υπόλοιπες εγκαταστάσεις της ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ.
Β. Αποθήκευση / Αεριοποίηση Υγραερίων (LPG) μέχρι 150.000 ΜΤ (Ετήσια διακίνηση 880,000 ΜΤ/έτος)
Γ. Αποθήκευση / Αεριοποίηση Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (LNG) 2x125.000 m3 (Ετήσια διακίνηση 6.5 bcm)
Δ. Παραγωγή Ελαίων για Βιοκαύσιμα και τα συνοδό αυτών έργα.
Τονίζεται ότι με τις προβλεπόμενες παρεμβάσεις :
Δεν επηρεάζονται οι προηγούμενες επιτρεπόμενες δραστηριότητες και
Δεν γίνεται κανένα νέο λιμενικό έργο

4. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ! ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Η περιγραφή και καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης περιβάλλοντος έχει γίνει με λεπτομέρεια στην αρχική ΜΠΕ του έργου. Εδώ επαναλαμβάνεται για λόγους πληρότητας του Φακέλου, με επικαιροποίηση των στοιχείων όπου αυτό απαιτείται.

4.1 ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ

4.1.1 Γεωμορφολογία

Το σημαντικότερο τμήμα του νομού Αιτωλοακαρνανίας (45,5%) χαρακτηρίζεται ως ορεινό, το 35,2% ως ημιορεινό και το 20,2% ως πεδινό. Οι πεδινές εκτάσεις καλύπτουν κύρια το νότιο τμήμα του νομού. Το μεγαλύτερο τμήμα του Νομού βρίσκεται μέσα στην ζώνη του φλύσχη, γΓ αυτό και σε πολλά σημεία του λαμβάνουν χώρα κατολισθήσεις. Η ζώνη αυτή του φλύσχη αρχίζει ανατολικά, από την Ευρυτανία, την Φθιώτιδα και την Φωκίδα, διακόπτεται από το Παναιτωλικό και συνεχίζεται δυτικότερα μέχρι το όρος Θύαμο, νότια δε φθάνει μέχρι τον Πατραϊκό κόλπο.
Χαρακτηριστικό του ανάγλυφου του Νομού είναι η διναρική κατεύθυνση των οροσειρών του (από ΒΔ προς ΝΑ), χαμηλών ως επί το πλείστον, και ο διαχωρισμός τους από κοιλάδες ποταμών και βυθίσματα, μέσα στα οποία συγκεντρώθηκαν νερά που σχημάτισαν λίμνες.
Στο κεντρικό τμήμα του Νομού βρίσκονται οι λίμνες Τριχωνίδα (εκτάσεως 96 Km που αποτελεί και την μεγαλύτερη φυσική λίμνη της χώρας) και Λυσιμαχία (με έκταση 13 Km2). Στο νομό υπάρχουν επίσης οι λίμνες Αμβρακία (με έκταση 13 Km2), Οζερός (με έκταση 10 Km2) και Βουλκαρία (με έκταση 9 Km2) όπως και πολλές μικρότερες λίμνες με συνολική επιφάνεια 28 Km2. Στα σύνορα του νομού Αιτωλοακαρνανίας με αυτών της Ευρυτανίας βρίσκεται η τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών και νοτιότερα βρίσκεται η τεχνητή λίμνη του Καστρακίου.
Βόρεια της Τριχωνίδας και Λυσιμαχίας βρίσκεται η πεδιάδα του Αγρινίου με προσχωσιγενή και εύφορα εδάφη που γονιμοποιούνται από τον Αχελώο και τους διάφορους μικρούς παραποτάμους του που τη διασχίζουν.
Στο δυτικό τμήμα του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, στην ευρύτερη περιοχή του έργου, δεσπόζουν τα Ακαρνανικά όρη με τρεις κορυφές: Περγαντή (1.425μ), Υψηλή Κορυφή (1.589μ) και Μπουμιστός (1.573μ). Η ακαρνανική οροσειρά αποτελεί συνέχεια των ηπειρωτικών οροσειρών, νοτίως του ευρύτερου βυθίσματος του Αμβρακικού, που καλύφθηκε από τη θάλασσα και σχημάτισε τον ομώνυμο κόλπο. Σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό των οροσειρών αυτών παίζει ο ασβεστόλιθος και ο γύψος, γι' αυτό και στην περιοχή τους συναντώνται καρστικές μορφές. Τα όρη χωρίζονται μεταξύ τους από χαμηλές ζώνες φλύσχη. Οι ζώνες καταλήγουν στην παραλία και κάθε μία τους αντιστοιχεί σε ένα μικρό κόλπο, ενώ κάθε όρος αντίστοιχα αντιστοιχεί σε χερσόνησο. Κατ' αυτό τον τρόπο η ακτογραμμή εμφανίζεται κλιμακωτή με υποχώρηση από τον βορρά προς την ανατολή, διότι συγχρόνως οι οροσειρές έχουν βυθιστεί και αναδύονται σε νησίδες (το όρος Σερέκας σχηματίζει τον Κάλαμο και την Κάστο, και η Βελούτσα τις Εχινάδες).
Στο Νοτιοανατολικό τμήμα του Νομού δεσπόζει το όρος Αράκυνθος (984 m), νότια προέκταση του Θυάμου όρους, όπου κάποια παλαιά διάβρωση δημιούργησε το στενό φαράγγι Κλεισούρα. Στην ευρύτερη περιοχή του έργου βρίσκεται η: προσχωσιγενής πεδιάδα του Μεσολογγίου, η οποία έχει δημιουργηθεί από τις φερτές ύλες του ποταμού Εύηνου. Το δυτικό βαλτώδες τμήμα της καταλήγει στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. Δυτικά βρίσκεται ένα τμήμα της εύφορης πεδιάδας της Κατοχής, η οποία σχηματίσθηκε ολόκληρη από τις φερτές ύλες του Αχελώου που την διασχίζει διαγώνια. Επίσης, συναντώνται η πεδιάδα του Εύηνου και τέλος η πεδιάδα στις νότιες ακτές της Τριχωνίδας και της Λυσιμαχείας.
Στο βύθισμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο Θύαμο όρος και στον Αράκυνθο έχουν σχηματισθεί οι λίμνες Αμβρακία και Οζερός. Παλαιότερα η θάλασσα εισχωρούσε, μέσω του νότιου βυθίσματος, πολύ βαθύτερα στην ξηρά. Βαθμιαία όμως μεγάλο μέρος του βυθίσματος προσχώθηκε από τις φερτές ύλες του Αχελώου και η θάλασσα περιορίσθηκε στη σημερινή λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού. Νοτιοδυτικά του συνεχούς αυτού βυθίσματος, εκτείνεται μία χαμηλή λοφώδης περιοχή, από νεογενή αργιλομαργάίκά στρώματα, με κατά θέσεις λιγνιτικές ενστρώσεις. Νοτιότερα, οι προσχώσεις του Αχελώου, έχουν εισχωρήσει βαθιά στην θάλασσα και έχουν ενσωματώσει στην ξηρά παλαιότερες νήσους, οι οποίες σήμερα εμφανίζονται ως υψώματα (Κουτσιλιάρης 434m, Πετρωτά 515m κ.ά.), που διακόπτουν την μονοτονία του χαμηλού τοπίου.
Η χερσόνησος της Στέρνας στο ΒΔ άκρο του Νομού πλησιάζει τη Λευκάδα σε απόσταση 25μ. σχηματίζοντας το Στενό της Λευκάδας, με βάθος μόνον 5,5μ. Το Στενό που έχει σχηματισθεί από ρήγμα, που διαχώρισε το νησί από τη Στερεά Ελλάδα επουλώθηκε βαθμιαία από προσχώσεις.

4.1.2 Ακτογραφία

Ο Νομός βρέχεται από θάλασσα στο Βορρά (εν μέρει), Δυτικά και Νότια, και οι ακτές του εμφανίζονται πολυσχιδείς. Η ακτογραμμή στον Πατραϊκό κόλπο, που αρχίζει από το ακρωτήριο Σκρόφα με το παραλιακό ύψωμα του Κουτσιλιάρη (άλλοτε νησί, που έχει ενσωματωθεί στην ξηρά), συνεχίζεται χαμηλή και με δαιδαλώδη διαμελισμό, που οφείλεται στις προσχώσεις του Αχελώου και του ανατολικότερου Ευήνου. Μεταξύ των εκβολών των δύο αυτών ποταμών σχηματίζεται η αβαθής (0,30-1 m) λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, με πλήθος χαμηλών (έως 1 m) προσχωσιγενών νησίδων, ταινιών και γλωσσών. Στο βόρειο άκρο της, η λιμνοθάλασσα, στενεύει και στο δίαυλο πάνω σε μικρή νησίδα έχει κτισθεί το Αιτωλικό, που επικοινωνεί με την ξηρά μέσω χαμηλής γέφυρας. Εσωτερικά του διαύλου βρίσκεται η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού, που αποτελεί το νότιο άκρο του βυθίσματος Αμβρακικού-Οζερού-Αιτωλικού. Στα ανατολικά της λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου βρίσκεται η τετραγωνική λιμνοθάλασσα της Κλείσοβας, της οποίας οι δύο πλευρές ανήκουν στην προσχωσιγενή ξηρά, ενώ από τις άλλες δύο, η μία σχηματίζεται από επιμήκη προσχωσιγενή νήσο (Τουρλίς) και η άλλη από ταινιοειδή πρόσχωση. Οι σχηματισμοί αυτοί έχουν αποτεθεί σ' αυτή τη θέση από φερτές ύλες του Εύηνου, που μετέφεραν τα θαλάσσια ρεύματα.
Παρόμοιους επιμήκεις προσχωσιγενείς σχηματισμούς, που οφείλονται στα θαλάσσια ρεύματα, συναντούμε σε πολλά σημεία της Ελλάδας, όπου εκβάλλουν ποταμοί. Στην λιμνοθάλασσα της Κλείσοβας βρίσκονται πολλές προσχωσιγενείς νησίδες, ενώ στο βορειοδυτικό άκρο της έχει κτισθεί η Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου. Και οι τρεις αυτές λιμνοθάλασσες είναι αβαθείς και αποτελούν περιοχές αλιείας με πολλά ιχθυοτροφεία.
Στην Τηλεβοϊδα θάλασσα και τη θάλασσα των Εχινάδων, η διαμόρφωση της ακτογραμμής καθορίζεται από την κλιμακωτή διάταξη των απολήξεων των εσωτερικών ορέων. Έτσι, αυτή αρχίζει με τον όρμο του Δρέπανου και τους κλιμακωτά διατεταγμένους και με απόκλιση προς την ανατολή, όρμους της Παλαίρου, του Μύτικα και του Αστακού. Ανάμεσα τους παρεμβάλλονται τα ακρωτήρια Καμηλαύκα και Τουρκόβιγλα.
Νοτιότερα του Αστακού, η μέχρι εκείνο το σημείο σχετικά υψηλή ακτή γίνεται χαμηλή και εξαιρετικά πολυσχιδής, διότι η ξηρά έχει σχηματισθεί από τις προσχώσεις του Αχελώου. Μικρά υψώματα, που διακόπτουν την μονοτονία του ανάγλυφου του τοπίου οφείλονται στα προϋπάρχοντα νησιά που με τις προσχώσεις ενσωματώθηκαν στην ξηρά, ενώ με τα νεώτερα υλικά που μεταφέρει ο ποταμός, έχουν σχηματισθεί χαμηλές γλωσσοειδείς και ταινιοειδείς προεκτάσεις των ακτών και απέναντι τους προσχωσιγενείς νησίδες. Τα μεγαλύτερα νησιά από το ακρωτήριο Καμηλαύκα και νοτιότερα έχουν αποσπασθεί από τις Αιτωλοακαρνανικές ακτές με ρήγματα.
Ανατολικότερα, η ακτογραμμή συνεχίζεται με τελματώδη παραλία, από τις προσχώσεις του Εύηνου, στον όρμο της Καλυδώνας, όπου δεσπόζει ο ασβεστολιθικός όγκος της Βαράσοβας, και εν συνεχεία στην κρημνώδη παραλία της ασβεστολιθικής Κλόκοβας, για να καταλήξει στο ακρωτήριο Αντίρριο. Το Αντίρριο βρίσκει τη συνέχεια του στο απέναντι Πελοποννησιακό Ρίο, από το οποίο απέχει 1.850 μέτρα. Από το Αντίρριο αρχίζει ο Κορινθιακός κόλπος με τον όρμο της Ναυπάκτου, όπου υπάρχει προσχωσιγενής πεδινή περιοχή, που έχει σχηματισθεί από τις φερτές ύλες του Μόρνου.

4.1.3 Στρωματογραφία

Στη γεωλογική δομή του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, συμμετέχουν, εκ δυσμάς προς ανατολάς πετρώματα που ανήκουν κυρίως στις γεωτεκτονικές ζώνες: Ιονίου, Γαβρόβου - Τριπόλεως και Ωλωνού - Πίνδου, ενώ μικρή έκταση καταλαμβάνει και η ζώνη Παρνασσού - Γκιόνας. Τα πετρώματα που συναντώνται είναι κυρίως, ανθρακικοί ως επί το πλείστον, σχηματισμοί Τριαδικής έως και Ηωκαινικής ηλικίας αλλά και φλυσχικά πετρώματα σημαντικού πάχους, τριαδικά λατυποπαγή, σχιστοκερατόλιθοι κλπ.

Η Ιόνιος ζώνη, η οποία καταλαμβάνει και το μεγαλύτερο τμήμα του διαμερίσματος Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, χαρακτηρίζεται από την παρουσία:
• Τριαδικών λατυποπαγών και εβαποριτών, που συνίστανται από ασβεστολιθικά έως δολομιτικά λατυποπαγή, στα οποία παρεμβάλλονται σκοτεινόχρωμοι ή μαύροι ασβεστόλιθοι, δόμοι γύψου και ανυδρίτες, με σημαντική επιφανειακή εξάπλωση από τον Αμβρακικό κόλπο μέχρι τις εκβολές του Αλφειού.
• Ιουρασικών ασβεστόλιθων και κερατόλιθων που απαντούν δυτικά των τριαδικών λατυποπαγών, σε μεγάλες εμφανίσεις ερυθροκίτρινων στρωματωδών ασβεστόλιθων, που κατά τόπους γίνονται δολομιτικοί. Μέσα σε αυτούς παρεμβάλλονται αργιλοσχιστώδεις και κερατολιθικές ενστρώσεις. Το πάχος του όλου σχηματισμού είναι αρκετά μεγάλο.
• Κρητιδικών, πλακωδών λευκοκίτρινων ασβεστόλιθων που περιέχουν κονδύλους ή στρώματα κερατολίθου και ελάχιστους σχιστοκερατόλιθους. Οι μεγαλύτερες εμφανίσεις τους συναντώνται σε μεγάλα πάχη, στα νότια της Αμφιλοχίας και στα Νοτιοανατολικά του Αστακού.
• Ηωκαινικών ασβεστόλιθων σχετικά μικρού πάχους στα ανατολικά της Αμφιλοχίας, Αιτωλικού και Αστακού.
• Φλύσχη από ιλυόλιθους, αργιλικούς σχιστόλιθους, ψαμμίτες και λιγότερο από κροκαλοπαγή, μεγάλου πάχους και σημαντικής ανάπτυξης στην Αιτωλοακαρνανία.
Η Ζώνη Γαβρόβου - Τριπόλεως αντιπροσωπεύεται κυρίως από φλύσχη σημαντικού πάχους ενώ τα ανθρακικά της μέλη εμφανίζονται κυρίως στα βόρεια, στο όρος Μακρυνόρος και στα νότια, στα υψώματα της Κλόκοβας και Βαράσοβας. Πρόκειται για ανωκριτιδικούς ασβεστόλιθους πάχους μερικών εκατοντάδων μέτρων και για ηωκαινικούς πλακώδεις ασβεστόλιθους ποικίλλοντος πάχους.
Η ζώνη Ωλωνού - Πίνδου καλύπτει το ανατολικό και περισσότερο ορεινό τμήμα της περιοχής και περιλαμβάνει ανθρακικά και κλαστικά ιζήματα, ως τριαδικούς λεπτοπλακώδεις ασβεστόλιθους με ενστρώσεις κερατολίθων και αργιλικών σχιστόλιθων μικρού επιφανειακού πάχους, με ιουρασικούς σχιστόλιθους σε εναλλαγές, ιουρασικούς σχιστοκερατόλιθους με μικρές ασβεστολιθικές ενστρώσεις με πάχος μερικές δεκάδες μέτρα, πλακώδεις κρητιδικούς ασβεστόλιθους και περιορισμένες εμφανίσεις φλύσχη.
Η τεκτονική δομή της περιοχής είναι τυπική των εσωτερικών Ελληνίδων ζωνών και χαρακτηρίζεται από τις διαδοχικές επωθήσεις των γεωτεκτονικών ζωνών, τις εφιττπεύσεις μεταξύ των γεωλογικών σχηματισμών και τις πτυχώσεις. Η μεγαλύτερη από τις επωθήσεις είναι αυτή της Πίνδου στα ανατολικά, όπου μεσοζωϊκοί ασβεστόλιθοι είναι επωθημένοι στο φλύσχη της ζώνης Γαβρόβου. Οι εφφιπεύσεις, συχνές στη ζώνη αυτή συνθέτουν τη χαρακτηριστική δομή των λεπιών.
Οι πτυχώσεις που ακολουθούν τη γενική τεκτονική παράταξη Β.ΒΔ. δημιουργούν διαδοχικά αντίκλινα και σύγκλινα όπως πχ. τα μεγάλα αντίκλινα της Βαράσοβας, Κλόκοβας, Αμφιλοχίας, Αιτωλικού και Αστακού.
Η τεκτονική αυτή δομή σε συνδυασμό με τη στρωματογραφική διάταξη των σχηματισμών, παίζουν καθοριστικό ρόλο στον τρόπο διακίνησης των υπόγειων υδάτων καθώς και στον τρόπο εμφάνισης των καρστικών πηγών της περιοχής και τούτο γιατί οι διαδοχικές επωθήσεις και εφφιπεύσεις που εμφανίζονται δημιουργούν επαλληλίες ανθρακικών ζωνών που περιορίζονται - στρωματογραφικά ή τεκιονικά-μεταξύ στεγανών σχηματισμών όπως είναι οι σχιστοκερατόλιθοι και ο φλύσχης.

4.1.4 Υδρογεωλογία

Η υδρογεωλογία των υπόγειων και επιφανειακών υδάτων και η ανάπτυξη του υδρογραφικού δικτύου σχετίζεται άμεσα με την μορφολογία, την λιθολογία και την τεκτονική της ευρύτερης περιοχής του έργου.
Οι γεωλογικοί σχηματισμοί οι οποίοι αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα, μπορούν να διαχωριστούν με κριτήριο την περατότητα τους από το νερό και την κυκλοφορία του στο εσωτερικό τους, σε περατούς, ημιπερατούς και αδιαπέρατους.

Πρακτικά Αδιαπέρατοι Σχηματισμοί

Σε αυτήν την κατηγορία κατατάσσονται η ιλυολιθική και ιλυολιθικοψαμμιτική φάση του φλύσχη του Ανώτερου Ηωκαίνου-Ολιγοκαίνου των γεωτεκτονικών ενοτήτων Ιόνιας και Γαβρόβου-Τριπόλεως καθώς και οι λιμναίες αποθέσεις του Πλειόκαινου.
Οι ιλυόλιθοι και η ιλυολιθικοψαμμιτική φάση περιέχουν διπλό πορώδες: ένα ασήμαντο, λόγω του πολύ μικρού μεγέθους των κόκκων τους, πρωτογενές ενεργό πορώδες, και ένα αρκετά σημαντικότερο δευτερογενές πορώδες λόγω τεκτονισμού (διακλάσεις, ρήγματα), διάβρωσης και ανοικτών μεσοστρωματικών διακένων ή "σχιστότητας". Έτσι συχνά δίνουν απρόσμενα μεγάλες παροχές, λόγω ύπαρξης ρηγμάτων στα λεπτόκκοκα υλικά στα οποία μεταγγίζεται νερό από τα χονδροκλαστικά στρώματα, ή παρουσιάζουν έντονη υγρασία ή κυκλοφορία νερού με πιθανή, αλλά ακραία, την περίπτωση σχηματισμού κρεμαστών υδροφόρων στρωμάτων μέσα στο φλύσχη.
Οι λιμναίες αποθέσεις του Πλειόκαινου οφείλουν κυρίως την μη περατότητα τους στην ύπαρξη μικρού μόνο πρωτογενούς πορώδους, λόγω της αργιλόϊλυώδους σύστασης ιούς, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση νερού στην επιφάνεια τους και την δημιουργία ελών ή βάλτων.

Ημιπερατοί Σχηματισμοί

Σε αυτή την κατηγορία κατατάσσονται τα κροκαλοπαγή και η ψαμμιτική φάση του φλύσχη του Ανώτερου Ηωκαίνου - Ολιγοκαίνου των γεωτεκτονικών ενοτήτων Ιονίας και Γαβρόβου-Τριπόλεως, οι αποθέσεις τελμάτων καθώς και οι ποταμοχερσαίες αποθέσεις του Πλειστοκαίνου. Η υδατοπερατότητα και το συνολικό πορώδες των ψαμμιτών και των κροκαλοπαγών παρουσιάζει έντονη ανισοτροπία. Οι ψαμμίτες και τα κροκαλοπαγή παρουσιάζουν διπλή υδατοπερατότητα λόγω σημαντικού δευτερογενούς και πρωτογενούς πορώδους λόγω επιφανειών στρώσης, μεσοστρωματικών διακένων, διακλάσεων και ρηγμάτων. Αυτό ισχύει όπου δεν υπάρχει πλήρωση δευτερογενώς από άλλα υλικά ή διαγενετικά ορυκτά.
Οι αποθέσεις τελμάτων καθώς και οι ποταμοχερσαίες αποθέσεις του Πλειστοκαίνου χαρακτηρίζονται σαν ημιπερατοί σχηματισμοί λόγω της παρουσίας διαφορετικής περατότητας στρώσεων στους σχηματισμούς τους, με εναλλαγή και πλευρική μετάβαση κροκαλοπαγών και λεπτομερών υλικών στις ποταμοχερσαίες αποθέσεις.

Περατοί Σχηματισμοί

Στους περατούς σχηματισμούς κατατάσσονται οι χαλαρές έως μέτρια συνεκτικές αποθέσεις του τεταρτογενούς λόγω του ισχυρού πρωτογενούς πορώδους τους, και οι ασβεστόλιθοι του Ανώτερου Κρητιδικού και Ηωκαίνου της Ιονίας γεωτεκτονικής ενότητας, λόγω του δευτερογενούς πορώδους τους και της καροτικοποίησής τους.

Υδατοπερατοί Σχηματισμοί λόγω Πρωτογενούς Πορώδους

Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται τα αδρομερή υλικά κυρίως στην κοίτη του ποταμού Ευήνου, οι ποτάμιες αναβαθμίδες, οι προσχωσιγενείς αποθέσεις, τα υλικά του ελουβιακού μανδύα, τα πλευρικά κορήματα και τα αλλουβιακά ριπίδια. Οι σχηματισμοί αυτοί αποτελούνται ή περιλαμβάνουν κροκαλολατύπες, άμμους και τεμάχη με χαλαρή σύνδεση με αποτέλεσμα την δημιουργία υψηλού πρωτογενούς πορώδους, με διαφοροποίηση τοπικά η οποία εξαρτάται από την συνεκτικότητα τους και την συμμετοχή αργιλικού υλικού.

Υδατοπερατοί Σχηματισμοί λόγω Δευτερογενούς Πορώδους

Οι ασβεστολιθικοί σχηματισμοί του Ανωτέρου Κρητιδικού και του Ανωτέρου Ηωκαίνου οι οποίοι απαντούν στην ζώνη μελέτης ανήκουν σε μεταβατικό ή ενδιάμεσο καρστ και έχουν γενικά καλή έως μέτρια ικανότητα καρστικοποίησης. Η διάλυση του ασβεστόλιθου έχει σαν αποτέλεσμα την δημιουργία ποικίλων εξωκαρστικών και ενδοκαρστικών (καρστικές κοιλότητες) μορφών. Στην ζώνη μελέτης αυτές που απαντούν είναι κυρίως δακτυλογλυφές, δολίνες λόγω καθίζησης, καρστικά φρεάτια και φυσικές αψίδες. Η κυκλοφορία του νερού μέσα στους σχηματισμούς αυτούς γίνεται μέσω του δευτερογενούς πορώδους τους (ασυνέχειες, διακλάσεις, ρήγματα, δίκτυο αποκάρστωσης). Η ανάπτυξη του δευτερογενούς πορώδους είναι ανάλογη της επιφανειακής του εξάπλωσης, των καιρικών συνθηκών, των περιβαλλόντων πετρωμάτων κλπ.

4.1.5 Υδρογραφικό δίκτυο

Το υδρογραφικό δίκτυο στην ευρύτερη περιοχή μελέτης είναι αρκετά πλούσιο. Ο νομός Αιτωλοακαρνανίας κατατάσσεται στο ευρύτερο υδατικό διαμέρισμα της Δυτικής Στερεάς (04)συνολικής έκτασης 10.417 km2 και περιλαμβάνει τις ακόλουθες κύριες λεκάνες απορροής:
• Λεκάνη απορροής Αχελώου
• Λεκάνη απορροής του Ευήνου.
• Λεκάνη απορροής Μόρνου
• Λεκάνες απορροής λιμνών Τριχωνίδας, Λυσιμαχείας, Οζερού και Αμβρακίας.

Η άμεση περιοχή του έργου αφορά σε μικρή λεκάνη που απορρέει απευθείας στη θάλασσα ενώ στην ευρύτερη περιοχή μελέτης εντοπίζεται η υδρολογική λεκάνη του Αχελώου τα όρια της οποίας καθορίζονται από τις ακόλουθες οροσειρές: Δυτικά: Θύαμο, Μακρύ, Βάλτος, Αθαμάνια, Ανατολικά: Πίνδος Τυμφρηστός, Οξειά, Παναιτολικό, Βορειοδυτικά: Λάμμος. Ο ποταμός Αχελώος είναι ο μεγαλύτερος σε έκταση ποταμός που διασχίζει εξ ολοκλήρου ελληνικό έδαφος και η υδρολογική του λεκάνη καταλαμβάνει συνολική έκταση 4.782 km2. Ο Αχελώος εντάσσεται στην κατηγορία Α1 της Οδηγίας 75/440/ΕΟΚ σχετικά με την καταλληλότητα των νερών του για πόση. Το Δέλτα του Αχελώου καθώς και ο ίδιος ο ποταμός έχουν χαρακτηριστεί ως ευαίσθητοι αποδέκτες σε εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 91/271/ΕΟΚ περί επεξεργασίας αστικών λυμάτων.
Στην ευρύτερη περιοχή του έργου βρίσκεται η λιμνοθάλασσα (Λ/Θ) του Μεσολογγίου η οποία χωρίζεται από τον Πατραϊκό κόλπο από μια σειρά αμμωδών νησίδων που εκτείνονται σε ένα μήκος 12 Km. Βρίσκεται μεταξύ των εκβολών του Εύηνου προς τα ανατολικά και του λόφου Κουτσιλιάρη δυτικά. Η λιμνοθάλασσα έχει μέγιστο μήκος 27 Km και μέγιστο πλάτος 15 Km. Τα νερά της λιμνοθάλασσας επικοινωνούν με τον Πατραϊκό κόλπο μέσω των ανοιγμάτων που υπάρχουν μεταξύ των νησίδων. Στην ουσία η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου αποτελείται από τις ακόλουθες Λ/Θ:
1. Λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού η οποία καταλαμβάνει περί τα 14.000 στρ.
2. Λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου η οποία έχει έκταση 112.000 στρ., και
3. Λιμνοθάλασσα της Κλείσοβας με έκταση 30.000 στρ.

4.1.6 Υπόγεια νερά

Στο υδατικό Διαμέρισμα Δυτικής Στερεάς Ελλάδας αναπτύσσονται τρεις κύριες καρστικές λεκάνες με υδρογεωλογικό ενδιαφέρον:
1. Η ενότητα Ακαρνανικών Ορέων στην οποία αναπτύσσονται τα ακόλουθα κύρια καρστικά συστήματα σε ανθρακικά ιζήματα της Ιόνιας ζώνης:
• Καρστικό σύστημα Αμφιλοχίας - Λουτρού με συνολική έκταση 250 km2
• Καρστικό σύστημα Μοναστηρακίου - Μύτικα με συνολική έκταση λεκάνης περίπου 120 km2.
• Καρστικό σύστημα Αστακού με συνολική έκταση λεκάνης περίπου 350 km2
• Καρστικό σύστημα τριαδικών λατυποπαγών με συνολική έκταση λεκάνης περίπου 350 km2.
• Καρστικό σύστημα Κεφαλόβρυσου - Αιτωλικού με συνολική έκταση λεκάνης περίπου 60 km2.
2. Η ενότητα Γαβρόβου που αναπτύσσεται σε ανθρακικούς σχηματισμούς της ζώνης του Γαβρόβου και έχει συνολική έκταση λεκάνης περίπου 320 km2.
3. Η ενότητα των ασβεστόλιθων της Πίνδου η οποία αναπτύσσεται σε ασβεστόλιθους της ζώνης της Πίνδου και έχει συνολική έκταση λεκάνης περίπου 3.500 km2.
Ο συνδυασμός των σχηματισμών αυτών και της στρωματογραφίας και τεκτονικής της περιοχής έχει σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη εκτεταμένων καρστικών συστημάτων, που στην πλειονότητα τους διαμορφώνονται σε χαμηλά υψόμετρα και είναι «ανοικτά» προς την θάλασσα.
Στην ευρύτερη περιοχή του Αστακού έχουν καταγραφεί πέντε (5) καρστικές πηγές με συνεχή ροή οι οποίες είναι:
1. Βλύχα, 1,5 χλμ. Ανατολικά του Αστακού. Αναβλύζει σε υψόμετρο 10 μέτρων περίπου. Είναι καρστική πηγή εκχείλισης και δημιουργείται σε ηωκαινικούς -κρητιδικούς ασβεστόλιθους κλίσεως από Α προς Δ, που φράσσονται από τεταρτογενείς αποθέσεις.
2. Βλύχα, στην περιοχή του οικισμού Βασιλοπούλου και σε υψόμετρο 20 μέτρων περίπου. Είναι καρστική πηγή εκχείλισης και δημιουργείται σε ιουρασικούς ασβεστόλιθους κλίσεως από Β προς Ν που φράσσονται από τεταρτογενείς αποθέσεις.
3. Ανάβαλου, στην περιοχή του όρμου Σταυρολιμνιώνα, 13 χλμ. νότια του Αρχοντοχωρίου. Είναι καρστική υποθαλάσσια πηγή που αναβλύζει μέσα από ιουρασικούς ασβεστόλιθους κλίσεως από Α προς Δ.
4. Λάμπρας, 1,5 χλμ. δυτικά του οικισμού Πεντάλοφου και σε υψόμετρο 20 μέτρων. Είναι η μεγαλύτερη πηγή της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και χαρακτηρίζεται σαν καρστική πηγή εκχείλισης. Δημιουργείται σε τριαδικούς λατυτοπαγείς ασβεστόλιθους κλίσεως από Β προς Ν που φράσσονται από τεταρτογενείς αποθέσεις.
5. Μπαλκόνι, 2,5 χλμ. ΒΔ του οικισμού Παλαιοκατούνα και σε υψόμετρο 10 μέτρα περίπου. Είναι καρστική πηγή εκχείλισης και δημιουργείται σε τριαδικούς ασβεστόλιθους κλίσεως από ΝΑ προς ΒΔ που φράσσονται από τεταρτογενείς αποθέσεις.
Από την στρωματογραφία των γεωλογικών σχηματισμών στις παραπάνω πηγές μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η υπόγεια.υδροφορία στην ευρύτερη περιοχή του Αστακού, στα μεν παράλια εκτονώνεται στην θάλασσα στη δε ενδοχώρα εκτονώνεται κυρίως στην περιοχή Λεσινίου.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.1. ΠΙΝΑΚΑΣ 4.1: Καρστικές Πηγές

Θα πρέπει αναφέρουμε ότι στην ευρύτερη περιοχή υφίστανται πλήθος γεωτρήσεων και αρκετά πηγάδια, τα οποία χρησιμοποιούνται κύρια για αρδευτικούς και σπανιότερα για υδρευτικούς σκοπούς.

4.1.7 Οικοσυστήματα

Τα οικοσυστήματα που αναπτύσσονται στην ευρύτερη περιοχή είναι, στην πλειοψηφία τους, τυπικά της Μεσογείου και της Ελλάδας. Τα χερσαία οικοσυστήματα περιλαμβάνουν θάμνους (μακκία, φρύγανα) και δάση κυρίως στις ορεινές περιοχές. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η ύπαρξη σημαντικών υγροβιότοπων που αναπτύσσονται γύρω από τους ποταμούς, τα υδατορέμματα και τα συμπλέγματα υγροτόπων. Στις πεδινές εκτάσεις οι ανθρωπογενείς επεμβάσεις είναι έντονες με την ανάπτυξη γεωργικών καλλιεργειών, οικιστικών περιοχών και βιομηχανικών / βιοτεχνικών εγκαταστάσεων. Στις περιοχές των λιμνοθαλασσών αναπτύσσονται ιχθυοκαλλιέργειες καθώς και βοσκότοποι (οι οποίοι απαντώνται και σε ημιορεινές περιοχές).

4.1.8 Χλωρίδα

Ανώτερη χλωρίδα - Υφιστάμενη κατάσταση
Το όλο οικοσύστημα της περιοχής χωρίζεται σε 6 επιμέρους βιότοπους, με βάση τις ομάδες βλάστησης, από τις οποίες αναφέρονται τα κυρίαρχα φυτικά είδη.
Η κατάταξη κατά βιότοπους, που ακολουθεί, έγινε με βάση τις μελέτες του R.Britton (1979) και του Παν/μίου Essen (1983)

α. Αμμοθίνες

Εκτεταμένες αμμοθίνες υπάρχουν στη ΝΔ πλευρά της Λ/Θ Μεσολογγίου και αριστερά και δεξιά των εκβολών του Αχελώου. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΥΠΕΧΩΔΕ (1986), το πλάτος τους ξεκινά από λίγα μέτρα και φτάνει, τοπικά, τα 800μ. Ανάλογα με το στάδιο εξέλιξης που βρίσκονται παρουσιάζουν χαρακτηριστικό ανάγλυφο και ζώνωση. Η μορφολογία αυτού του σχηματισμού είναι χαρακτηριστική. Γενικά, έχει, σχεδόν παντού, την τυπική δομή, που αποτελείται από μία προθίνη και την κυρίως θίνη, με διάσπαρτες τοπογραφικές υφέσεις που είναι ταξινομημένες σε παράλληλες σειρές πίσω από την κυρίως θίνη. Εκτός από τις περιοχές που αναπτύσσεται τελευταία αυθαίρετη δόμηση (Λούρος, Διόνι), η υφισταμένη σύνθεση της βλάστησης δεν υποδηλώνει καμία άλλη αξιόλογη διαταραχή. Οι ζώνες των αμμοθινών είναι οι εξής:

• Πρώτη ζώνη, κοντά στην παλίρροια του Αχελώου
• Δεύτερη ζώνη ή διαφορετικά λευκή ή κίτρινη αμμοθίνη, προς το εσωτερικό
• Τρίτη ζώνη ή γκρίζα αμμοθίνη ή σταθερή αμμοθίνη
Η πρώτη ζώνη των αμμοθινών ξεκινά από το υψηλότερο επίπεδο της παλίρροιας και αναπτύσσεται σε εύρος 10 μ. προς το εσωτερικό. Η ζώνη αυτή διαθέτει αραιή βλάστηση που αποτελείται από αλοανθεκτικά είδη, όπως suaeda maritima, Cacile maritima, Maitricola tricuspidata, Pofygonuru maritumum κλπ.
Η δεύτερη ζώνη διαθέτει καλαμιώνες eracia eranu.
Αντιπροσωπευτικά είδη της τρίτης ζώνης, της γκρίζας (φαιάς) αμμοθίνης, είναι τα: Quercus ilex, Pistacia lentisuy, Juniperus phoenicea, Myrtus cominis κλπ.
Στο άμεσο οικοσύστημα της περιοχής μελέτης, ο προαναφερόμενος βιότοπος δεν έχει καμία επίδραση πλην αυτής που θα αναφέρουμε πιο κάτω, και αφορά στην απόρριψη στο θαλάσσιο οικοσύστημα φερτών υλών και αλάτων θειικών. Επίσης, επιδρά στη διάρκεια της θαλάσσιας αύρας με τις ανακυκλούμενες επιφάνειες τους στον άνεμο και της εκλεκτικής προσρόφησης των σωματιδίων του αλατιού.

β. Λιμνοθάλασσες

Οι προσχώσεις των ποταμών Αχελώου και Ευήνου, σε συνδυασμό με τις κινήσεις της θαλάσσιας μάζας (ρεύματα, κύματα, παλίρροια) έχουν σχηματίσει με την πάροδο των αιώνων, ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο σύστημα αβαθών νερών.
Επίσης, δημιούργησαν επιμήκεις νησίδες (λουρονησίδες), που χωρίζουν τα αβαθή νερά από την ανοιχτή θάλασσα, καθώς και άλλες μικρότερες νησίδες, που διαμορφώνουν επιμέρους μικρότερες λιμνοθάλασσες. Η σημαντική προσφορά των διαλυμένων θρεπτικών αλάτων στο οικοσύστημα, που προέρχεται από τα βαθύτερα υδάτινα στρώματα του ανοικτού κόλπου ή τις φυσικές και τεχνητές απορροές της ξηράς, συμβάλλει ουσιαστικά στην υψηλή παραγωγικότητα των νερών. Ο κύκλος της αλληλεξάρτησης παραγωγών με τους κατώτερους (ζωοπλανγκτόν, ζωοβένθος) και ανώτερους καταναλωτές (ψάρια, πουλιά), αποτελεί το βασικό τροφικό πλέγμα του οικοσυστήματος, με τεράστια οικολογική και οικονομική σημασία για όλη την περιοχή.
Είναι προφανής, λοιπόν, η ανάγκη προστασίας των φυσικών αυτών βιοτόπων από οποιαδήποτε μεταβολή ή αλλοίωση στην λειτουργικότητα τους.

Λιμνοθάλασσα Κλείσοβας

Στο ανατολικό τμήμα της Λ/Θ Κλείσοβας εκβάλλουν τα αστικά λύματα του Μεσολογγίου, μετά από βιολογικό καθαρισμό. Παράλληλα, υπάρχει εισροή γλυκών αρδευτικών νερών, μέσω αντλιοστασίων και αποστραγγιστικών καναλιών, που προέρχονται από τη διώρυγα Λυσιμαχίας -Αιτωλικού - Σχηνοχωρίου. Η επικοινωνία με τον Πατραϊκό κόλπο εξασφαλίζεται μόνο μέσω του διαύλου της Κλείσοβας. Η έντονη ρύπανση της λιμνοθάλασσας, κυρίως από τα αστικά λύματα, την έχει οδηγήσει σε συνεχώς αυξανόμενο ευτροφισμό, γεγονός που γίνεται άμεσα φανερό από τη μαζική ανάπτυξη των φυκών ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα της. Οι σημαντικότερες ομάδες που συμμετέχουν στην ανάπτυξη αυτή είναι τα Κυανοφύκη και τα Διάτομα. Ο λασπώδης βυθός φιλοξενεί μεγάλη ανάπτυξη από Ruppia maritima ssp sriralis. To φυτοπλαγκτόν παρουσιάζεται φτωχά ποιοτικά και ποσοτικά, με εμφανή, στη σύσταση των ειδών, την επίδραση του πλαγκτού του κόλπου της Πάτρας. Το βόρειο τμήμα της λιμνοθάλασσας παρουσιάζει επίσης μεγάλη ανάπτυξη από Phragmitew communis και Typha angustifolia. Η σχετικά καλά διαμορφωμένη αυτή ζώνη αποτελεί σημαντικότατο βιότοπο για το φώλιασμα και τη διαχείμαση πολλών πουλιών. Το δυτικό τμήμα της Λ/Θ Κλείσοβας χωρίζεται από το ανατολικά με ψηλό τεχνητό ανάχωμα. Καλά διαμορφωμένη λουρονησίδα χωρίζει τα νερά της λιμνοθάλασσας από τον Πατραϊκό κόλπο και η μοναδική επικοινωνία τους επιτυγχάνεται με στενό άνοιγμα, πλάτους μικρότερου των 10μ. Στα δυτικά η λιμνοθάλασσα επικοινωνεί με την αύλακα του λιμανιού του Μεσολογγίου, μέσω ανοιγμάτων του δρόμου που ενώνει την πόλη με το συνοικισμό της Τουρλίδας.

Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου - Αιτωλικού

Η Λ/Θ Μεσολογγίου βρίσκεται δυτικά της πόλης του Μεσολογγίου και αποτελεί τη μεγαλύτερη λιμνοθάλασσα της περιοχής. Το βάθος της δεν υπερβαίνει τα 2μ, ενώ το μέσο βάθος της φθάνει τα 80cm. Προς Νότο επικοινωνεί, σχεδόν ελεύθερα, με τον Πατραϊκό κόλπο, με μόνους φυσικούς φραγμούς ορισμένες λουρονησίδες. Προς Βορρά φτάνει μέχρι την πόλη του Αιτωλικού, ενώ Δυτικά επικοινωνεί με τις Λ/Θ Προκοπάνιστου και Θολής. Ο προσχωματωμένος λασττώδης βυθός της φιλοξενεί και εδώ μεγάλες ζώνες από Ruppia maritima ssp snralis αλλά και Zostera marina, στα σημεία εκείνα που δέχονται μεγαλύτερη επίδραση από τα θαλασσινά νερά. Η περιφυτική μικροχλωρίδα της είναι ιδιαίτερα πλούσια σε είδη Διατομών και Κυανοφυκών, με σημαντική συμμετοχή Ροδοφυκών, ενώ το μικρό βάθος της δεν ευνοεί την ανάπτυξη τυπικού φυτοπλαγκτού.
Η Λ/Θ Αιτωλικού βρίσκεται Βόρεια της Λ/Θ Μεσολογγίου και επικοινωνεί με αυτή. Είναι η βαθύτερη λιμνοθάλασσα της περιοχής, με μέγιστο βάθος 29μ.
Λιμνοθάλασσες Προκοπάνιστου και Θολής
Ουσιαστικά αποτελούν τη φυσική συνέχεια της Λ/Ο του Μεσολογγίου προς τα Δυτικά, χωρίζονται δε από αυτή, αλλά και μεταξύ τους, με πολλές μικρές διασκορπισμένες νησίδες με αλοφυτική βλάστηση. Υπάρχει απευθείας επικοινωνία τους με τον Πατραϊκό Κόλπο, μέσω των ανοιγμάτων Προκοπάνιστου και Θολής.
Χαρακτηρίζονται από το ιδιαίτερα μικρό βάθος τους (μέγιστο 60cm) και την πληθώρα νησίδων στο εσωτερικό τους. Προς το Βορρά, τα σημερινά σύνορα τους καθορίζονται από τα έργα των μεγάλων αποξηράνσεων του 1970. Η περιοχή αποτελείται από εκτεταμένους αλμυρόβαλτους, με χαρακτηριστική αλοφυτική βλάστηση, που υπόκεινται σε περιοδική πλημμυρίδα και αμπώτιδα. Η φανερόγαμη και κρυπτόγαμη βλάστηση είναι και εδώ ίδια με εκείνη της Λ/Θ του Μεσολογγίου.
Λιμνοθάλασσες Πόρτο και Γουρουνοπούλες
Πρόκειται για δύο τυπικές, ιδιαίτερα ρηχές, λιμνοθάλασσες, με επίπεδο πυθμένα και πολύ μικρή επικοινωνία με τον Πατραϊκό Κόλπο, μέσω στενών ανοιγμάτων του διαμορφωμένου Λούρου. Η προς Βορρά ακτή τους είναι η πολύ παλιά αμμοθίνη του Μέσα Λούρου, δημιούργημα και αυτή του ποταμού Αχελώου, που τώρα αποτελεί το όριο των έργων αποξήρανσης της περιοχής.
Το υπόστρωμα τους είναι πλούσιο σε γύψο και σ' αυτό παρατηρείται έκλυση υδρόθειου, καλύπτεται δε αποκλειστικά από Ruppia maritime ssp. Spiralis (Wolff 1966). Αποτέλεσμα αυτού και της υψηλής αλατότητάς τους είναι ότι πολύ λίγοι οργανισμοί μπορούν να επιβιώσουν με τις παρούσες συνθήκες (Δανιηλίδης 1984). Οι συνηθέστεροι εποικιστές του πυθμένα των λιμνοθαλασσών είναι τα Μαλάκια και τα Οστρακόδερμα. Αυτό συνάγεται από τα παχιά στρώματα κελυφών τους που βρέθηκαν στον πυθμένα των παραπάνω λιμνοθαλασσών.
Λιμνοθάλασσες Κοκκάλα και Σκαντζόχοιρου
Η Λ/Θ Σκαντζόχοιρου βρίσκεται βόρεια των εκβολών του ποταμού. Τα γλυκά νερά που χύνονται σ' αυτή έχουν σαν αποτέλεσμα την αρκετά καλή ανάπτυξη ζώνης καλαμιώνων, κύρια στις ανατολικές ακτές της. Η αναλυτική περιγραφή όμως όλων των βιοτικών και αβιοτικών της στοιχείων απαιτεί λεπτομερέστερη μελέτη. Η Λ/Θ Κοκκάλα βρίσκεται νότια των εκβολών του Αχελώου και μεταξύ του ποταμού και του λόφου Κουτσιλιάρη. Παρουσιάζει αυξημένη ποικιλότητα και διαβάθμιση των βιοτικών και αβιοτικών στοιχείων της, λόγω της άμεσης επικοινωνίας της με τον Αχελώο, αλλά και με τον Πατραϊκό κόλπο. Υπάρχει ζώνωση στη χλωρίδα της. Στα βαθύτερα νερά της με ασταθές υπόβαθρο, συναντώνται φυτοκοινωνίες με Phragmites communis και Juncus inflexus, ενώ σε ορισμένες θέσεις, με ρηχά νερά, φυτοκοινωνίες με Typha latifoiia και Juncus acutus. Σε ακόμη σταθερότερο υπόβαθρο φυτρώνουν και αρμυρίκια Tamarix sp., ενώ σε εδάφη που ξεραίνονται τους θερινούς μήνες επικρατούν τα Arthrocnemum sp και Halccnemum sp.
ν. Αλόφίλη ζώνη
Ένα σημαντικό ποσοστό των εκτάσεων του όλου οικοσυστήματος αποτελούν εκτεταμένοι αλμυρόβαλτοι. Βασικά, αναγνωρίζονται δύο ζώνες, μια τεχνητή (polders), που προέρχεται από τη στράγγιση εκτάσεων του Δυτικού τμήματος της Λ/Θ του Μεσολογγίου και μία φυσική, που εκτείνεται νότια των «polders» και προς τη θάλασσα στα ΝΑ και ΒΔ των εκβολών του ποταμού Αχελώου:
• "polders": Λόγω της υψηλής αλατότητας του εδάφους τους, οι περιοχές αυτές είναι γυμνές από φυσική βλάστηση ή παρουσιάζουν αραιή ανάπτυξη του Halocnemum strobilaceum.
Στις λιγότερο αλμυρές περιοχές υπάρχει αλόφιλη ποώδης βλάστηση και στα βόρεια των εκβολών του Αχελώου εμφανίζονται και αρμυρίκια. Ειδικότερα τα "polders" ανατολικά και δυτικά του λόφου Ταξιάρχη κατέλαβαν δύο εκτεταμένες λιμνοθάλασσες. Παλαιά πρόταση του Παν/μίου Essen (1983) προέβλεπε την περιοδική κατάκλιση τμήματος της πιο πάνω ζώνης με νερά του Αχελώου.
• Αλμυρόβαλτοι: Οι περιοχές αυτές χωρίζονται σε δύο τύπους, ανάλογα με τη θέση τους και τη σχέση τους με τον υδροφόρο ορίζοντα. Έτσι λοιπόν, στον πρώτο τύπο αλμυρόβαλτου, όπου ο υδροφόρος ορίζοντας βρίσκεται χαμηλότερα τους καλοκαιρινούς μήνες είναι συχνό το φαινόμενο της πλήρους αποκάλυψης και ξήρανσης του εδάφους, αναπτύσσεται μονοετής αλοφυτική βλάστηση, με κυρίαρχο είδος το Salicornia europea. Στο δεύτερο τύπο αλμυρόβαλτου, όπου ο υδροφόρος ορίζοντας βρίσκεται υψηλότερα και το έδαφος συνήθως δεν αποκαλύπτεται ποτέ, αναπτύσσεται πολυετής αλοφυτική βλάστηση, με κυρίαρχα είδη τα Arthrocnemum glaucum και Halocnemum strobilaceum. Στην άμεση περιοχή του έργου τέτοιοι σχηματισμοί δεν υπάρχουν παρά μόνο στην περιοχή του Βάλτου 4,5-5 km νότια της άμεσης περιοχής.
Ζώνη υδροχαρούς βλάστησης (Γλυκόβαλτοι)
Γενικά, τέτοιου είδους βλάστηση εντοπίζεται μόνο όπου υπάρχει σημαντική προσφορά γλυκών νερών. Τέτοιες περιοχές είναι κυρίως αυτές που άμεσα επηρεάζονται από τον Αχελώο. Από τα υδρόφιλα ανώτερα φυτά, χαρακτηριστική είναι η παρουσία του Myriophyllum spicatum, το οποίο σε πολλές περιοχές καλύπτει μεγάλες εκτάσεις δεξιά και αριστερά των όχθων του ποταμού και φυσικά των καλαμιώνων. Καλαμιώνες υπάρχουν επίσης σε ορισμένες θέσεις κοντά στις αποστραγγισμένες ή αρδευτικές τάφρους.
Τα φυσικά οικοσυστήματα με υδροχαρή βλάστηση έχουν υποστεί έντονα τις επιπτώσεις από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και μόνο μικρά υπολείμματα υπάρχουν ακόμα από αυτά. Η επέκταση των γεωργικών καλλιεργειών σε βάρος των γλυκόβαλτων και η κακή εκτέλεση ορισμένων τεχνικών έργων έχουν αλλοιώσει τη φυσικότητα και έχουν μειώσει την έκταση τους.
Στην άμεση περιοχή του έργου δεν υπάρχει τέτοια βλάστηση. Οι φυτοκοινωνίες υδροχαρούς βλάστησης διακρίνονται στις παρακάτω:
• Phragmitetum communis: Πολύ κοινή φυτοκοινωνία σε όλες τις αρδευτικές τάφρους, αλλά και ορισμένα σημεία των ακτών των λιμνοθαλασσών. Κυρίαρχο είδος είναι το phragmites communis (καλάμι), που ως γνωστόν είναι αρκετά αλοανθεκτικό. Η εξάπλωση της φυτοκοινωνίας αυτής περιορίζεται σε μικρά τμήματα ΝΔ της πόλης του Αιτωλικού, στον Αγ. Νικόλαο και σε απομονωμένες μικρές διαπλάσεις στο Δέλτα του ποταμού Αχελώου. Σημαντικές διαπλάσεις καλαμιώνων υπάρχουν σε ορισμένες νησίδες και σε τμήματα των όχθων της κοίτης του Αχελώου. Επίσης στις εκβολές υπάρχουν ακόμη υπολείμματα γλυκόβαλτου. Εκτεταμένος σχηματισμός καλαμιώνων υπάρχει και στην ανατολική ακτή της Λ/Θ Αιτωλικού, αλλά υφίσταται άμεσα την επίδραση των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων της περιοχής. Στη σύνθεση της κοινωνίας του Phragmitetum σημαντικό ρόλο έχει το γένος Typha (T.angustifolia, T.domigensis κλπ), ιδιαίτερα στις περιοχές με χαμηλές τιμές αλατότητας.
• Scirpetum maritimi: Η φυτοκοινωνία αυτή διαδέχεται την προηγούμενη με την αύξηση της αλατότητας του εδάφους. Το κυρίαρχο είδος της είναι το ιδιαίτερα αλοανθεκτικό Scirpus maritimus, το οποίο συνοδεύεται συνήθως από το είδος Scirpus lacustris ssp tabernaemontani. Η διαδοχή του Phagmitetum από Scirpetum είναι ιδιαίτερα εμφανής σε οριζόντια και κάθετη ζώνωση στις υπάρχουσες τάφρους. Η κοινωνία αυτή συναντάται χαρακτηριστικά στην περιφέρεια της Λ/Θ Κοκκάλα (ΒΔ του Κουτσιλιάρη).
Λειτουργία των αλμυρόβαλτων και γλυκόβαλτων
Η λειτουργία των αλμυρόβαλτων και γλυκόβαλτων μπορεί να συνοψιστεί στα εξής:
• Κατακρατούν σημαντικές ποσότητες νερού, με αποτέλεσμα τη μείωση της διάβρωσης και των ζημιών από πλημμύρες.
• Μειώνουν την πιθανή καταστροφική επίδραση του θαλάσσιου κυματισμού στις εσωτερικές ζώνες και στις καλλιεργούμενες εκτάσεις.
• Χρησιμεύουν ως ζώνη εναπόθεσης και κατακράτησης οργανικού και ανόργανου λεπτόκοκκου φορτίου και διαφόρων ρύπων.
• Χρησιμεύουν ως λεκάνες οξείδωσης και μεταβολισμού των πιο πάνω φορτίων και μετασχηματισμού τους σε θρεπτικά συστατικά. Μέσα από αυτές τις διεργασίες το οργανικό φορτίο μπαίνει στην τροφική αλυσίδα.
δ. Παραποτάυια αυτοφυή δάση
Η ζώνη αυτή εκτείνεται κατά μήκος των ποταμών και των ρεμάτων, ανεξαρτήτως υψομέτρου, με κύρια είδη τα Platanus orientalis, Populus alba, Populus nigra, Salix alba, Salix incana κλπ.
Στο κτήμα Λεσινίου υπάρχει το δάσος Φράξου, εκτάσεως περίπου 500 στρ. Με αμιγή παρουσία αυτοφυών ειδών Φράξου, όπως Fraxinus ornus, F.Exceisior, F.Oxycarpa. To δάσος αυτό είναι ότι απέμεινε από τα εκτεταμένα υδροχαρή δάση της περιοχής.
ε. Αειθαλής βλάστηση λόφων
Η βλάστηση αυτή αναπτύσσεται στους ασβεστολιθικούς λόφους, που βρίσκονται στην προσχωσιγενή περιοχή του Δέλτα.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η βλάστηση στον λόφο Κουτσιλιάρη (υψόμετρο 433μ.), ΝΑ των εκβολών του Αχελώου. Εκτός από τον Κούντουρα, που είναι χωματόλοφος με πυκνή και ανεπτυγμένη ψευδομακία βλάστηση, οι υπόλοιποι λόφοι είναι αρκετά υποβαθμισμένοι από την υπερβόσκηση.
Οι λόφοι αυτοί, με την χλωριδική και την πανιδική τους ιδιαιτερότητα, συμβάλουν πολύ στην αύξηση της οικολογικής ποικιλότητας του χώρου.
Για την Χουνοβίνα πρέπει να αναφερθεί ότι έχει φτάσει σε ένα στάδιο Climax, με χαρακτηριστική δενδρώδη βλάστηση βελανιδιάς Quercus macrolepis. Για τον πιο πάνω λόγο η Χουνοβίνα αποτελεί αξιοθέατο, με ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον.
στ. Ζώνες δασικός βλάστησης
Στην λεκάνη απορροής των Λ/Θ Μεσολογγίου - Αιτωλικού απαντώνται οι εξής ζώνες δασικής βλάστησης:
• Ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης (Quercetalia ilicis), με διάπλαση αειφύλλων πλατύφυλλων (Lauretum). Εδώ εμφανίζονται διάφορες φυτοκοινωνίες, που κατά ένα μέρος είναι υποβαθμισμένες και κατά ένα άλλο εδαφικά εξαρτώμενες. Έτσι, υπάρχουν ενώσεις που αποτελούνται από είδη Quercus cocciera, Erica verticillata και Erica arborea, Arbutus unedo, Calycotome villosa, Phillyrea media, Spartium junceum κλπ.
• Παραμεσογειακή ζώνη βλάστησης (Quercetalia pubescentis), με διάπλαση φυλλοβόλων πλατύφυλλων (Castanetum). Η μεγάλη έκταση πρινώνων, που συναντάται στη ζώνη αυτή, οφείλεται βασικά σε ανθρωπογενείς επιδράσεις.
Αρχικά, στη ζώνη κυριαρχούσαν δάση χνοώδους και πλατύφυλλου δρυός. Αυτό γίνεται φανερό στις θέσεις που δεν γίνεται έντονη βόσκηση, διότι αλλάζει η φυσιογνωμία της ψευδομακίας βλάστησης και κυριαρχούν πλατύφυλλα είδη όπως η Δρυς και ο Γαύρος. Στη ζώνη αυτή υπάρχουν, κυρίως, ενώσεις από είδη Quercus conferta, Quercus pubencens, Castanea veska, Carpinus duimensis, Corylus aveliana, Fraxinus ornus κλπ.
Από τις παραπάνω φυτοκοινωνίες - διαπλάσεις, η δρυς αναπτύσσεται στις υψηλότερες θέσεις επί των Β, ΒΑ, ΒΔ, Α και Δ, κυρίως εκθέσεων, συνήθως από υψόμετρο 300μ μέχρι 950μ (ύψωμα Γρεβενά), όπου υπάρχει καλή ανάπτυξη και αναγέννηση της.
Η Αριά απαντάται στο σύμπλεγμα του φλύσχη και σχηματίζει σπερμοφυείς συστάδες, διαφόρου πυκνότητας και ικανοποιητικής ανάπτυξης. Η Καστανιά σχηματίζει αμιγείς συστάδες στην περιοχή Άνω Κεράσοβο, σε έκταση 200 στρ. περίπου.
Τα αείφυλλα πλατύφυλλα καταλαμβάνουν τα χαμηλότερα σημεία (υψόμετρο 300-500μ.) και τις μεσημβρινές εκθέσεις, μέχρι το ύψος των 900μ., με μορφές πρεμνοφυείς ή σπερμοφυείς.
Στα ασβεστολιθικά εδάφη επικρατεί το Πουρνάρι και το Φυλίκι, και στα σχιστολιθικά η Ερείκη και Κουμαριά.
Γενικά, η χορτολιβαδική χλωρίδα εμφανίζεται πλούσια σε φυτικά είδη της οικογένειας των Αγρωστωδών (Grarninae), των Συνθέτων (Composiiae) και των Ψυχανθών (Papiilionaceae).
Στην περιοχή υπάρχουν και τα παρακάτω είδη χλωρίδας, που χαρακτηρίζονται ως:
• Ophrys argolica IUCN RED DATA R
• Silene ungeri Ενδημικό Βαλκανικής
• Centaurea aetolica Ενδημικό Ελλάδας
• Scabiosa tenuis Ενδημικό Βαλκανικής R=orravio είδος με μικρούς πληθυσμούς παγκοσμίως

4.1.9 Πανίδα

Γενικά

Η Αιτωλοακαρνανία είναι μία από τις πλουσιότερες και σημαντικότερες περιοχές της Ελλάδας σε ανάπτυξη χλωρίδας και πανίδας. Στους φυσικούς βιότοπους της φιλοξενεί σε μεγάλο αριθμό πολλά είδη ζώων, πτηνών και ψαριών, που γενικά δεν φαίνεται ότι απειλούνται ιδιαίτερα. Παρατηρείται ότι λόγω των κατάλληλων συνθηκών διαβίωσης πολλά αποδημητικά πτηνά, όπως τα ορτύκια, και πολλά υδρόβια δεν μεταναστεύουν αλλά παραμένουν και το χειμώνα εκεί με αποτέλεσμα να αποτελούν ενδημική πανίδα, γεγονός πολύ σπάνιο για την Ευρώπη.
Μεγάλης σημασίας οικοσύστημα είναι οι εκβολές του ποταμού Αχελώου, περίπου 10 ναυτικά μίλια νότια από τη θέση των εγκαταστάσεων, που είναι ιδιαίτερα πλούσιο και περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία ψαριών και υδροβίων πτηνών.
Στην παρούσα μελέτη διερευνήθηκαν, επιλεκτικά, δύο (2) βασικές κατηγορίες, τα ψάρια και τα πουλιά. Η επιλογή έγινε με το σκεπτικό ότι οι δύο αυτές κατηγορίες αποτελούν τους τελευταίους καταναλωτές της τροφικής αλυσίδας που συναντάται στα υδάτινα, παράκτια και χερσαία οικοσυστήματα της περιοχής μελέτης. Για τον λόγο αυτό αποτελούν και βασικούς βιολογικούς δείκτες της ποιότητας του φυσικού περιβάλλοντος. Όσον αφορά τα έντομα, τα ερπετά και τα θηλαστικά, που σε γενικές γραμμές εμφανίζουν σημαντική ποικιλότητα στην περιοχή, στοιχεία δίνονται στη Μελέτη του Παν/μίου του Essen (Szij 1983).

Ιχθυοπανίδα

Όσον αφορά στην ιχθυοπανίδα ιδιαίτερο ενδιαφέρων παρουσιάζουν τα είδη του γλυκού νερού που κατανέμονται στα ποτάμια, ρυάκια, αρδευτικά και αποστραγγιστικά κανάλια της περιοχής. Μάλιστα μερικά είδη θεωρούνται ως ενδημικά της συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης, τέτοια είναι:
ο Γλανίδι (Silurus aristotelis),
η Τσερούκλα (Scardinius acarnanicus),
η Δροσίνα (Leuciscus svailize),
η Τριχωνοβελονίτσα (Gobitis trichonica), και
ο Νανογωβιός (Economidichthys trichonis).
Στα σημεία που εισρέουν γλυκά νερά (από χείμαρρους, ρυάκια, αποστραγγιστικούς τάφρους) παρουσιάζονται τα κάτωθι είδη:
Κυπρίνος (Gyprinus carpio)
Πεταλούδα (Carassius auratus)
Tinea tinea Κέφαλος του γλυκού νερού (Leuciscus cephalus)
Δρομίτσα (Rutilus rutilus)
Τσερούκλα (Scandinius erythrophthaimus)
Στο εσωτερικό του αποστραγγιστικού δικτύου των καλλιεργειών μπορεί να απαντηθεί και το χέλι (Anguilla anguilla).
Στις λιμνοθάλασσες Μεσολογγίου και Αιτωλικού υπάρχουν διαφοροποιήσεις στη σύνθεση της ιχθυοπανίδας, λόγω διαφορών στα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των νερών τους.
Λιμνοθάλασσες Μεσολοννίου και Αιτωλικού:
• Sparus auratus Τσιπούρα
• Dicentrarchus labrax Λαβράκι
• Gobius sp Γοβιός
• Scorpaena sp Σκορπιός\
Solea solea Γλώσσα
Mullus barbatus Κουτσομούρα
Anguilla anguilla Χέλι
Mugil Cephalus Κέφαλος
Mugil chelo Βελανίτσα
Mugil capita Μαυράκι
Mugil auratus Μυξινάρι
Επίσης, στις λιμνοθάλασσες συχνά απαντώνται και ψάρια της θάλασσας, όπως: γόπες, σαφρίδια. γαύρος κλπ.

Ορνιθοπανίδα

Οι υγρότοποι του Μεσολογγίου (εκβολές Αχελώου και Ευήνου, Λ/Θ Μεσολογγίου, Αιτωλικού και Κλείσοβας), σε συνδυασμό με την γύρω λοφώδη και ορεινή ζώνη, συνθέτουν μια περιοχή ιδιαίτερα πλούσια σε ορνιθοπανίδα.
Η περιοχή αυτή έχει μελετηθεί ικανοποιητικά από ορνιθολογική άποψη, κυρίως όμως σε ότι αφορά καταγραφές των ειδών και πληθυσμιακές μετρήσεις.
Οι πιο συστηματικές μελέτες αρχίζουν από το 1963-64 (Wolff 1966) και συνεχίζονται με τις Μεσοχειμωνιάτικες Καταμετρήσεις Υδροβίων του I.W.R.B. (International Waterfowl Research Bureau) για τις χρονιές 1968-73 και 1982-88 και των μελών ή ομάδων της Ε.Ο.Ε. (Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία), που κατέγραψαν είδη και πληθυσμούς, σε διάφορες εποχές, από το Δεκέμβριο του 1979 μέχρι σήμερα. Ενδιάμεσα έχουν γίνει και άλλες παρατηρήσεις, κυρίως στην περίοδο 1970-79 (Βαλλιάνος αδημοσίευτα στοιχεία) και το καλοκαίρι του 1981 (Szij 1983), που είναι ιδιαίτερα σημαντικές, ιδίως για τα αναπαραγόμενα στην περιοχή είδη.

α. Υφιστάμενη Κατάσταση

Η ευρύτερη περιοχή, επειδή περικλείεται από υψώματα, όπως Πετρωτά (415μ.), Καραϊσκάκη, Βασιλόπουλου, Αλογοβούνι (609μ.), Βελουτσά (939μ.), είναι σημαντικός Λώρος διαχείμασης για μεγάλους πληθυσμούς πουλιών και ιδιαίτερα ζωτικός για πολλά είδη αρπακτικών πουλιών.
Μεγάλη σημασία έχει η περιοχή Μεσολογγίου για τα αρπακτικά πουλιά, που απαντούν σε μοναδική ποικιλία και πληθυσμό, σε σχέση με άλλα Δέλτα. Αυτό οφείλεται κατά ένα μέρος στη μεγάλη ποικιλία βιοτόπων και στην ύπαρξη τροφής και χώρων καταφυγίων, όπως είναι οι λόφοι που υπάρχουν διάσπαρτοι μέσα στο σύστημα εκβολών.
Πρέπει να τονισθεί ακόμη η σπουδαιότητα του Κουτσιλιάρη, για τον λόγο ότι μόνο σ' αυτόν έχουν απαντηθεί όλα τα είδη αρπακτικών της περιοχής.

β. Κατανομή πουλιών στο χώρο

Ο κατάλογος των πουλιών της περιοχής Μεσολογγίου αριθμεί σήμερα 269 είδη (Περγαντής και Χανδρινός) σε σύνολο 408 ειδών για όλη την Ελλάδα.
Τα 269 είδη ταξινομούνται χονδρικά, στις παρακάτω κατηγορίες:
• 206 απαντώνται τακτικά στην περιοχή
• 41 απαντώνται ακανόνιστα
• 14 εμφανίζονται τυχαία
• 3 έχουν να εμφανιστούν πολλά χρόνια
• 5 δεν κατατάσσονται σε καμιά από τις παραπάνω κατηγορίες (λόγω έλλειψης επαρκών δεδομένων.
Από τα 206 τακτικά απαντώμενα είδη, τα 95 απαντούν όλο τον χρόνο (επιδημητικά). Σε μεγαλύτερους πληθυσμούς απαντώνται 43 είδη (διαχειμάζουν), ενώ τα υπόλοιπα απαντώνται το καλοκαίρι και κατά τις μεταναστευτικές περιόδους (καλοκαιρινά και μεταναστευτικά). Από αυτά, 6 είδη απαντούν μόνο κατά τη μετανάστευση, δηλ. περνούν χωρίς να παραμένει κάποιος πληθυσμός στην περιοχή, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ από τα υπόλοιπα καλοκαιρινά είδη ένας πληθυσμός, μεγάλος ή μικρός, ανάλογα με το είδος, παραμένει στην περιοχή. Τα τελευταία χρόνια ορισμένα αποδημητικά δεν φωλιάζουν, λόγω αντίξοων συνθηκών.
Η κατανομή των διαφόρων ειδών στην περιοχή επηρεάζεται από την αντίστοιχη κατανομή των επιμέρους βιοτόπων (αλμυρόβαλτοι, λιμνοθάλασσες, παραποτάμια δάση κλπ.). Στην περιοχή μελέτης οι βιότοποι είναι αρκετά διασκορπισμένοι, έτσι ώστε το μεγαλύτερο ποσοστό των ειδών να μην απαντά σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, αλλά σε ολόκληρο σχεδόν το σύστημα του υγροτόπου.
Μετά από ειδική ανάλυση που έχει γίνει πάνω στην κατανομή των ειδών στον χώρο (Περγαντής και Χανδρινός), εμφανίζονται 6 χωρικές ενότητες:
• 1η: Μελίτη, Λ/Θ Σκαντζόχοιρου, Πεταλάς, Χελώνα, Παλαιογαλάρα, Διόνι
• 2η: Μπούκα, Κουτσιλιάρης, Οξειά, Παλιοπόταμος, Γουρουνοπούλες.
• 3Π: Λούρος, Θολή, Προ κοπανιστός, Λ/Θ Μεσολογγίου, Βράνες, Διχάλα, Πριτσάλα, Ταξιάρχης, Κοχλίας, Βρωμαλυκές.
• 4η: Κούντουρας, Πόρος, Λ/Θ Αιτωλικού.
• 5η: Απογονήσι, Αλυκές.
• 6η: Σύστημα εκβολών Ευήνου.
Λόγω του κατακερματισμού των επιμέρους βιοτόπων της περιοχής, είναι δύσκολο, και με μικρή πρακτική σημασία, να αναλυθούν οι βιότοποι από ορνιθολογική άποψη, δεδομένου μάλιστα ότι στην πλειοψηφία τους τα πουλιά της περιοχής εμφανίζουν ευρύτητα στην επιλογή του οικολογικού τους χώρου, που καθορίζεται από την εποχή, τις μικροκλιματικές συνθήκες, την διαθεσιμότητα της τροφής, τον βαθμό ενόχλησης κ.α.
Παρ' όλα αυτά, είναι εφικτή μια, σε γενικές γραμμές, χωροθέτηση της κατανομής των πουλιών ανά βιότοπο, που αφορά, κατά κύριο λόγο, στα αναπαραγόμενα είδη και λιγότερο στα μεταναστευτικά ή στα διαχειμάζοντα.
Η παρακάτω ανάλυση βασίζεται κυρίως στη μελέτη του Παν/μίου Essen (Szij 1983), που παραμένει η βασικότερη εργασία στον τομέα αυτό.
Οι γνώσεις μας βέβαια για την οικολογία των πουλιών, γενικά, αλλά και για την ποιοτική και ποσοτική κατανομή των αναπαραγόμένων ειδών στον υγρότοπο είναι ακόμα ελλιπείς.

Παραποτάμια δάση

Τα εγγειοβελτιωτικά έργα και οι αναδασμοί που ακολούθησαν, σε συνδυασμό με τις λαθροϋλοτομίες, έχουν συντελέσει στον δραστικό περιορισμό των συστάδων με υδροχαρή δέντρα.
Τέτοιου τύπου δασικές διαπλάσεις είναι πολύ πιο σπάνιες σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, με εξαίρεση λίγα κατακερματισμένα υπολείμματα, σε ορισμένους υγρότοπους.
Η ορνιθολογική σημασία των βιοτόπων αυτών είναι μεγάλη. Οι περισσότεροι υγρότοποι, ιδιαίτερα οι παράκτιοι, είναι οι μοναδικοί πλέον χώροι που προσφέρουν κατάλληλες οικολογικά συνθήκες για το φώλιασμα των ερωδιών. Τα περισσότερα από τα είδη των ερωδιών είναι ακόμα κοινά στην Ελλάδα, ο συνολικός όμως αναπαραγόμενος πληθυσμός τους είναι πολύ μικρός και μειώνεται συνεχώς, ακριβώς λόγω έλλειψης παρόμοιων βιοτόπων για φώλιασμα.
Σύμφωνα με την μελέτη του Παν/μίου του Essen, βρέθηκε στον Αχελώο μια μικρή αποικία, με τα εξής είδη ερωδιών: Σταχτοτσικνιάς Ardea cinerea, Λευκοτσικνιάς Ergetta garzetta και Νυχτοκόρακας Nycticorax, καθώς και με Κορμοράνους Phalacrocorax carbo. Δεν είναι γνωστό αν υπάρχει ακόμα αυτή η αποικία, την ακριβή θέση της οποίας άλλωστε δεν δίνουν οι παραπάνω μελετητές.
Στον ίδιο χώρο φωλιάζουν επίσης ορισμένα, ειδικά προσαρμοσμένα σε τέτοιους βιότοπους, στρουθιόμορφα, όπως η Σακουλοπαπαδίτσα Remiz pendulinus, η Ωχροστριτσίδα Hippolais pallida, το αηδόνι Luscinia megarhynchos κ.α.
Λόγω της πολύ μικρής τους έκτασης, οι ζώνες με υδροχαρή δέντρα δέχονται έντονη όχληση από ανθρώπινες δραστηριότητες (κυνήγι, βόσκηση κ.α.), με συνέπεια λίγα, σχετικά, πουλιά να τις χρησιμοποιούν τον χειμώνα.

Το δάσος του Φράξου

Το δάσος του Φράξου, ΒΔ του χωριού Κατοχή, ανήκει κι αυτό στις διαπλάσεις των υδροχαρών δασών και αποτελείται σχεδόν εξ' ολοκλήρου από Φράξους Eraxinus spp. Παρόμοιο αμιγές δάσος φράξου δεν υπάρχει αλλού στην Ελλάδα, απ' ότι είναι γνωστό.
Παρά τη μικρή του έκταση (500 στρ.) ο Φράξος αποτελεί ιδιαίτερη οικολογική μονάδα, με είδη πουλιών που δεν απαντώνται καθόλου ή είναι πολύ σπάνια στον υπόλοιπο υγρότοπο.
Τα κυριότερα απ' αυτά που φωλιάζουν εδώ είναι η Μεσοτσικλιτάρα Dendro copos medius, ο Δενδροτσοπανάκος Sitta europaea, ο Συκοφάγος Oriolus oriolus, ο Χουχουριστής Hippolais olivetorum κ.α., ενώ και εκτός αναπαραγωγικής περιόδου το δάσος του Φράξου χρησιμοποιείται και από πολλά άλλα είδη, κυρίως αρπακτικά και στρουθιόμορφα, για ξεκούρασμα ή κούρνιασμα.

Λόφοι και νύρω ορεινή περιοχή

Οι λόφοι, που δεν είναι παρά παλιά βραχονήσια, αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των δελτάικών σχηματισμών της Δυτικής Ελλάδας (Μεσολόγγι, Αμβρακικός, Καλαμάς κ.α), ενώ λείπουν εντελώς από τους αντίστοιχους παράκτιους υγρότοπους της Μακεδονίας και της Θράκης.
Η ύπαρξη διάσπαρτων ασβεστολιθικών λόφων στην περιοχή αυξάνει πολύ την οικολογική και ορνιθολογική ποικιλότητα του υγρότοπου, γιατί προσφέρει για πολλά είδη αρπακτικών πουλιών ιδανικές συνθήκες διαβίωσης, όπως:
• Εκμετάλλευση των τοπικών ρευμάτων για απόκτηση ύψους για γυροπέταγμα.
• Διαθεσιμότητα αναγκαίου χώρου καταφυγίου από παρενοχλήσεις και για κούρνιασμα.
• Διαθεσιμότητα δυσπρόσιτης και κατάλληλα προφυλαγμένης περιοχής φωλιάσματος, κοντά στην κύρια πηγή τροφοληψίας, που είναι ο κυρίως υγρότοπος.
• Τόπος επόπτευσης της θηρευτικής περιοχής και πλεονεκτικού (σημαντικού ύψους) ξεκινήματος για ανεύρεση λείας.
Τα αρπακτικά πουλιά, που απαντώνται στην περιοχή, περιλαμβάνουν μεγάλη ποικιλία ειδών, με διαιτολόγιο που καλύπτει ένα μεγάλο τροφικό φάσμα, πολλών εκατοντάδων οργανισμών.
Τα τελευταία χρόνια, η αστάθεια των οικοσυστημάτων λόγω ρύπανσης, αλλοίωσης βιοτόπων κλπ, έχει δραματικές επιπτώσεις σε φυτικούς και ζωικούς πληθυσμούς, με αποτέλεσμα σε διάφορες ομάδες οργανισμών να παρουσιάζονται έντονα συμπτώματα παρακμής (ασθένειες - δυσφορίες). Έτσι, ο ρόλος των αρπακτικών σαν εξυγιαντές αυτών των ομάδων έχει καταστεί σπουδαίος και αναγκαίος.
Στον κατάλογο που ακολουθεί αναφέρονται τα κυριότερα είδη αρπακτικών, που έχουν καταγραφεί στην περιοχή αυτή:
Θαλασσαετός Haliaetus albicilla
Όρνιο Gyps fulvus
Μαυρόγυπας Aegypius monachus
Βασιλαετός Aguila heliaca
Στικταετός Aguila clanga
Χρυσαετός Aguila chrysaetus
Κραυγαετός Aguila pomarina
Σταυραετός Hieraaetus pennatus
Σπιζαετός Hieraaetus fasciatus
Φιδαετός Circaetus gallicus
Ψαλιδιάρης Milvus milvus
Τσίφτης Milvus migrans
Πετρίτης Falco peregrinus
Στεππογέρακο Falco cherring
Χρυσογέρακο Falco biarmicus
Σαΐνι Accipiter brevipes
Μπούφος Bufo bufo

Κουτσιλιάρης, Χουνοβίνα, Ταξιάρχης, Σκούπας, Κουντούρας

Ο Κουτσιλιάρης (υψομ. 438μ.) δεσπόζει στο ΝΔ χώρο του συστήματος των εκβολών. Αποτελεί ζωτικό χώρο για πολλούς οργανισμούς και ιδιαίτερα για τα αρπακτικά πουλιά, τα οποία τον χρησιμοποιούν πολύπλευρα, εξασφαλίζοντας τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιβίωση τους.
Οι υπόλοιποι λόφοι, που βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο σύστημα των εκβολών, αποτελούν λειτουργική αλυσίδα με τον Κουτσιλιάρη, προσφέροντας ανάλογα υπόβαθρα, όχι μόνο στα πουλιά αλλά και σε πολλές άλλες ομάδες οργανισμών. Μέσα σ' αυτές υπάρχουν σαρκοφάγα θηλαστικά και ερπετά, που παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο με τ' αρπακτικά πουλιά στο όλο οικοσύστημα του υγρότοπου.
Για τη Χουνοβίνα πρέπει να τονισθεί το γεγονός ότι λόγω της πολύ μικρής ανθρώπινης παρουσίας τρέφονται εκεί γύπες, όταν πεθαίνουν κάποια ζώα. Τον Ιανουάριο του 1982 καταμετρήθηκαν στην Χουνοβίνα 33 όρνια Gyps fulvus, 1 μαυρόγυπας Aegypius monachus και 2 Στικταετοί Aguila clanga (Περγαντής 1982), καθώς και άλλα αρπακτικά της περιοχής.

Κλεισούρα, Πολιορόλιακκας. Βαράσοβα

Σ' αυτή τη λοφώδη και ορεινή ενότητα έχουν επανειλημμένα παρατηρηθεί γύπες, αετοί, γεράκια κ.α. (Περγαντής 1982, Δημητρόπουλος και Χανδρινός 1980, Tsunis 1983 κ.α.). Σ' αυτές τις περιοχές υπάρχουν μεγάλοι απότομοι βράχοι, χαράδρες και ορθοπλαγιές μεγάλου ύψους, που αποτελούν πραγματικές «κυψέλες» αρπακτικών και άλλων γκρεμόφιλων ειδών, όπως η πετροπέρδικα Alectoris graeca, το βραχοχελίδονο Ptyonoprogne rupestris, η Βουνοσταχτάρα Apus melba, ο Βραχοτσοπανάκος Sitta neumayer κ.α.

Νησιά: Οζειά, Πεταλάς, Εγινάδες

Στην Οξειά, λόγω του δυσπρόσιτου της και της γειτνίασης της με τον υγρότοπο, έχουν βρει καταφύγιο και χώρο φωλιάσματος όρνια Gyps fulvus και άλλα αρπακτικά και θαλασσοπούλια. Αν και δεν υπάρχουν επαρκή ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία για την ορνιθοπανίδα του Πεταλά και της Χουνοβίνας, η γεωγραφική τους θέση, το ανάγλυφο και η φυτοκάλυψή τους δείχνουν ότι και αυτοί λειτουργούν, όπως και οι υπόλοιποι λόφοι ή νησίδες, ως σημαντικοί χώροι για τ' αρπακτικά πουλιά.

4.1.10 Σημαντικές περιοχές - Περιοχές υπό καθεστώς προστασίας

Η διεθνής κοινότητα, ανέδειξε την ανάγκη ανακοπής των υφισταμένων τάσεων απώλειας της βιοποικιλότητας ως θέμα πρώτης προτεραιότητας. Στο Ρίο υπογράφηκε η Σύμβαση των Ην. Εθνών για τη Βιολογική Ποικιλότητα (CBD), ενώ πολλά άλλα - προγενέστερα και μεταγενέστερα-θεσμικά και νομοθετικά μέτρα έχουν ως στόχο την πρόληψη των αιτιών μείωσης της βιοποικιλότητας και το συντονισμό των δράσεων σε παγκόσμιο ή περιφερειακό επίπεδο.\
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ήδη από τις αρχές της 10ετίας του '80 έχει αναδείξει την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της άγριας ζωής ως πρωταρχικό της μέλημα (Συμβάσεις Βέρνης και Βόννης). Η πολιτική της αποτυπώνεται καθαρά στην Οδηγία 92/43/EEC (όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 97/62/EC) που στόχο έχει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου, του δικτύου NATURA 2000, και τον καθορισμό κοινού πλαισίου για τη διατήρηση των φυτών και των αγρίων ζώων και των ενδιαιτημάτων κοινοτικού ενδιαφέροντος. Η Στρατηγική της EE για τη Βιοποικιλότητα περιλαμβάνει συγκεκριμένα σχέδια δράσης για τις διάφορες κατηγορίες φυσικών πόρων, όπως και ειδικά προγράμματα στους τομείς της γεωργίας και αλιείας, με σημαντική ενίσχυση των χρηματοδοτήσεων που αποσκοπούν στην αποτελεσματική προστασία της φύσης.
Η Ελλάδα, έχει κυρώσει τις βασικές διεθνείς συμβάσεις για την προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας (Συμβάσεις RAMSAR, Βέρνης, Ρίο, Βόννης, καθώς και το Πρωτόκολλο της Ουάσιγκτον) και αξιοποίησε έγκαιρα ένα από τα πρώτα και «κλασικά» εργαλεία διατήρησης της βιοποικιλότητας, με την κήρυξη ορισμένων περιοχών της χώρας ως προστατευόμενων. Παράλληλα, το ΥΠΕΧΩΔΕ προχώρησε ήδη από το 1999 στην εκπόνηση της Στρατηγικής για τους Υγροτοπικούς Πόρους και του Εθνικού Σχεδιασμού για το Φυσικό Περιβάλλον. Ο σχεδιασμός για τις περιοχές του δικτύου NATURA περιλαμβάνει περισσότερο από το 16% της έκτασης της χώρας ενώ βρίσκεται καθοδόν η ίδρυση 25 φορέων διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών.
Στη ΔΕΠΙΝ (Χωρική ενότητα «Δυτικής Ελλάδας - Πελοποννήσου - Ιονίων Νήσων») υπάρχει σημαντικός αριθμός περιοχών που συμπεριλαμβάνονται σε λίστες ευαίσθητων ή/και προστατευόμενων με κύριο κριτήριο την οικολογική και αισθητική τους αξία. Αυτές είτε προστατεύονται ήδη με βάση το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο (Ελληνική νομοθεσία, Ευρωπαϊκή νομοθεσία, Διεθνείς Συμβάσεις), είτε η διαδικασία θεσμικής τους θωράκισης είναι σε εξέλιξη. Οι κύριες κατηγορίες τέτοιων περιοχών είναι οι ακόλουθες:
1. Περιοχές που προστατεύονται βάσει της Διεθνούς Σύμβασης Ramsar. Πρόκειται για υγροβιότοπους, η οικολογική σημασία των οποίων είχε σαν αποτέλεσμα την ένταξη τους στο διεθνή κατάλογο της ανωτέρω Σύμβασης.
2. Μνημεία της Φύσης: Θεσμοθετημένη προστασία, σχετική νομοθεσία Ν. 996/1971. Σε αυτά περιλαμβάνονται μεμονωμένα δένδρα ή συστάδες δένδρων με ιδιαίτερη βοτανική, οικολογική, αισθητική ή ιστορική και πολιτισμική αξία. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν επίσης εκτάσεις με σπουδαίο οικολογικό, παλαιοντολογικό, γεωμορφολογικό ή άλλο ενδιαφέρον. Η θεσμοθέτηση τους υλοποιήθηκε βάσει του δασικού κώδικα. Σήμερα έχουν κηρυχθεί 51 Διατηρητέα μνημεία της φύσης, με συνολική έκταση 16.840 εκτάρια.
3. Προστατευόμενα τοπία. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα θεσμοθετημένα αισθητικά δάση. Θεσμοθετημένη προστασία που αναφέρεται σε τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, σχετική νομοθεσία'Ν. 1496/1950, Ν. 996/1971.
4. Το Δίκτυο Natura 2000. Το δίκτυο αποτελεί ένα Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο περιοχών, οι οποίες φιλοξενούν φυσικούς τύπους οικοτόπων και οικοτόπους ειδών που είναι σημαντικοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αποτελείται από δύο κατηγορίες περιοχών: Τις «Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ)» (στα αγγλικά: Special Protection Areas - SPA ) για την Ορνιθοπανίδα, όπως ορίζονται στην Οδηγία 79/409/ ΕΚ, και τους «Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ)» (στα αγγλικά: Sites of Community Importance - SCI) όπως ορίζονται στην Οδηγία 92/43/ΕΚ. Οι ΖΕΠ, μετά τον χαρακτηρισμό τους από τα Κράτη Μέλη, εντάσσονται αυτόματα στο Δίκτυο Natura 2000, και η διαχείριση τους ακολουθεί τις διατάξεις του άρθρου 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΚ.. Αντίθετα, για την ένταξη των ΤΚΣ πραγματοποιείται επιστημονική αξιολόγηση και διαπραγμάτευση μεταξύ των Κρατών Μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των κατά οικολογική ενότητα Βιογεωγραφιών Σεμιναρίων. Η οριστικοποίηση του καταλόγου των Τόπων Κοινοτικής Σημασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο βαίνει προς ολοκλήρωση όσον αφορά την Μεσογειακή ζώνη, στην οποία ανήκει εξ ολοκλήρου η Ελλάδa
Μετά την οριστικοποίηση του καταλόγου των ΤΚΣ, τα Κράτη Μέλη υποχρεούνται να κηρύξουν τις περιοχές αυτές ως «Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (ΕΖΔ)» (στα αγγλικά: Special Areas of Conservation - SAC)» το αργότερο μέσα σε μια εξαετία.
Η καταγραφή των τόπων που πληρούν τα κριτήρια της παρουσίας τύπων οικοτόπων και οικοτόπων ειδών της Οδηγίας 92/43/ΕΚ στη χώρα μας (296 περιοχές - «Επιστημονικός Κατάλογος»), έγινε από ομάδα περίπου 100 επιστημόνων που συστήθηκε ειδικά για το σκοπό αυτό στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος LIFE (1994-1996) με τίτλο «Καταγραφή, Αναγνώριση, Εκτίμηση και Χαρτογράφηση των Τύπων Οικοτόπων και των Ειδών Χλωρίδας και Πανίδας της Ελλάδας (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ)». Στον «Επιστημονικό Κατάλογο» εντάχθηκε το σύνολο σχεδόν των μέχρι τότε προστατευόμενων περιοχών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Η τελική επιλογή των τόπων που προτάθηκαν από τη χώρα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έγινε από κοινή ομάδα εργασίας ΥΠΕΧΩΔΕ - Υπουργείου Γεωργίας κατόπιν γνωμοδοτήσεων όλων των συναρμόδιων Υπουργείων.
Η Ελλάδα έχει χαρακτηρίσει σήμερα 151 Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) και υπέβαλλε τμηματικά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1996 - 2002) κατάλογο 239 προτεινόμενων Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) («Εθνικός Κατάλογος»). Οι δύο κατάλογοι παρουσιάζουν μεταξύ τους επικαλύψεις όσον αφορά τις εκτάσεις τους. Μάλιστα, 31 τόποι έχουν οριστεί ταυτόχρονα ως ΖΕΠ και έχουν προταθεί και ως ΤΚΣ.
Η Οδηγία 79/409/ΕΚ εναρμονίστηκε στο ελληνικό Δίκαιο με τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις 414985/29-11-85 (ΦΕΚ 757/Β/18-12-85), 366599/16-12-96 (ΦΕΚ 1188/Β/31-12-96), 294283/23-12-97 (ΦΕΚ 68/Β/4-2-98). Η Οδηγία 92/43/ΕΚ εναρμονίστηκε στο ελληνικό Δίκαιο με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 33318/3028/11-12-98 (ΦΕΚ 1289/Β/28-12-98)
5. Περιοχές CORINE. Περιοχές που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή λίστα περιοχών ιδιαίτερης οικολογικής αξίας που καταρτίσθηκε στα πλαίσια του χρηματοδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγράμματος Corine από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αποτέλεσε τη βάση για την εκκίνηση του προγράμματος Natura 2000 και αποτέλεσε την πιο εμπεριστατωμένη για την εποχή εκείνη προσπάθεια καταγραφής σημαντικών οικολογικά περιοχών σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Δεν συνδέθηκε με συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο προστασίας και το κενό αυτό συμπληρώθηκε από την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ.
6. Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους. Πρόγραμμα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων για την καταγραφή και οριοθέτηση περιοχών με σημαντική αισθητική αξία σε πανελλαδική κλίμακα.
7. Εθνικά Πάρκα. Πρόκειται για φυσικές περιοχές ιδιαίτερου κάλλους με εθνική ή διεθνή σημασία για επιστημονική και εκπαιδευτική χρήση και για αναψυχή οι οποίες για την καλύτερη διαχείριση τους βρίσκονται κάτω από την αρμοδιότητα κρατικών υπηρεσιών. Η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων των περιοχών αυτών απαγορεύεται.
8. Εθνικοί Δρυμοί. Όταν το Εθνικό Πάρκο ή ένα μεγάλο τμήμα του καταλαμβάνει δασικές εκτάσεις μπορεί να χαρακτηρισθεί ως Εθνικός Δρυμός. Οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια περιοχή για την κήρυξη της σε Εθνικό Δρυμό συνοψίζονται στα παρακάτω: Η έκταση της περιοχής είναι αρκετά μεγάλη, οι πληθυσμοί των ζώων και των φυτών απειλούνται με εξαφάνιση, τα ενδημικά είδη και οι βιότοποι τους είναι μοναδικοί και η προστασία τους αποτελεί προϋπόθεση για τη συνέχιση της ύπαρξης τους, τα γεωμορφολογικά στοιχεία έχουν παραμείνει αναλλοίωτα από τις ανθρώπινες δραστηριότητες στην περιοχή, η βλάστηση είναι αντιπροσωπευτική και η φυσική ομορφιά είναι ιδιαίτερη
9. Θαλάσσια Πάρκα. Όταν ένα Εθνικό Πάρκο ή ένα μεγάλο τμήμα του καταλαμβάνει θαλάσσια περιοχή, αναφέρεται ως Θαλάσσιο Πάρκο. Στα Θαλάσσια Πάρκα κατοχυρώνεται νομικά η προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Οι προστατευόμενες αυτές περιοχές προσφέρουν "καταφύγιο" σε πολλά είδη φυτών και ζώων που κινδυνεύουν από εξαφάνιση. Προστατεύονται συνεπώς οι τοπικοί θαλάσσιοι πόροι στο σύνολο τους συμπεριλαμβανομένου και του γενετικού αποθέματος της θαλάσσιας ζωής.

4.1.10.1 Περιοχές προστατευόμενες από την Διεθνή Σύμβαση Ramsar

Στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, οι υγροτοπικές περιοχές που έχουν ενταχθεί σε καθεστώς προστασίας, βάσει της διεθνούς Σύμβασης Ramsar είναι τρεις:
• Ο Αμβρακικός κόλπος
• Η λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου
• Η λίμνη Κοτύχι
Η λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου ανήκει εξ' ολοκλήρου στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Όσον αφορά τον Αμβρακικό κόλπο μόνο ένα πολύ μικρό τμήμα του, στα νότια, ανήκει στο νομό Αιτωλοακαρνανίας ενώ η λίμνη Κοτύχι βρίσκεται στο νομό Ηλείας. Οι περιοχές αυτές έχουν μεγάλη οικολογική αξία τόσο για του τύπους οικοτόπων που παρατηρούνται όσο και για την ποικιλότητα της πανίδας και της χλωρίδας. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι για τις τρεις ανωτέρω περιοχές ήδη εκπονούνται ολοκληρωμένα προγράμματα προστασίας, διαχείρισης και ανάδειξης τους που έχουν σαν τελικό σκοπό την οριστική οριοθέτηση των επιμέρους διαβαθμιζόμενων ζωνών προστασίας την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων για κάθε μια (βάσει του νόμου 1650/86), την σύσταση αρμόδιων Υπηρεσιών Διαχείρισης τους και την κατασκευή των κατάλληλων έργων - ενεργειών προστασίας και ανάδειξης τους.
Σε εφαρμογή της Σύμβασης Ramsar για την περιοχή του συμπλέγματος των Λ/Θ του Μεσολογγίου, εκδόθηκε η Κ.Υ.Α. 1319/93 (Φ.Ε.Κ. 755Β728.9.93) της οποίας η ισχύς ήταν διετής (άρθρο 26 παρ. 6 Ν. 1650/86). Μετά από παράταση που δόθηκε, έληξε τελικώς τον Ιανουάριο του 1997. Η προστατευόμενη από την Κ.Υ.Α. περιοχή περιλάμβανε τέσσερις ζώνες, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως περιοχές με ιδιαίτερη οικολογική αξία: Η κάθε ζώνη αποτελεί ένα ενιαίο χωροταξικά και περιβαλλοντικά διαμέρισμα, το οποίο διακρίνεται σε επιμέρους υποζώνες. Παράλληλα, καθορίζεται ως ζώνη ελέγχου δραστηριοτήτων η περιοχή που βρίσκεται βόρεια των ζωνών προστασίας Ι,ΙΙ και III και ορίζεται προς Βορρά από την οριογραμμή που αποτελείται από:
1. Την Ε.Ο. Αντιρρίου - Ιωαννίνων, από τη γέφυρα Ευήνου μέχρι τη διασταύρωση με το δρόμο προς Φυτείες.
2. Το δρόμο προς Φυτείες συνεχιζόμενο προς Μαχαιρά. Σκουρτού, Ρίγανη, μέχρι τον οικισμό Παλαιομάνινα.
3. Το δρόμο που συνδέει τον οικισμό Παλαιομάνινα με τον επαρχιακό δρόμο Αστακού, στις παρυφές του λόφου Καληχίτσα και από εκεί δια των υψωμάτων 153 (Σάρωμα) και 123 μέχρι τον όρμο Κούμαρο.
Η ΝΑΒΙΠΕ στο Πλατυγιάλι εντασσόταν (σύμφωνα με την Κ.Υ.Α. 1319/93 που έληξε) στην ευρύτερη ζώνη ελέγχου δραστηριοτήτων, η οποία βρίσκεται βόρεια της υποζώνης ΙΙΙβ, όπου διακρίνονται:
1. Περιοχές με ιδιαίτερη οικολογική αξία. Συμπεριλαμβάνονται η λουρονησίδα Μπούκας Συκιάς, ο παραποτάμιος καλαμώνας στις εκβολές του Αχελώου, οι εσωτερικές νησίδες του Αχελώου, οι καλαμώνες Βαλτί στους πρόποδες του όρους Καληχίτσα και το δάσος Φριξιά.

Στις περιοχές αυτές επιτρέπονται:
α) Η βόσκηση ως έχει και σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο άρθρο 3, παρ. 10 της Κ.Υ.Α. 1319/93
β) Η απόληψη ποσότητας νερού από τους καλάμωνες Βαλτί, για περιορισμένες χρήσεις, οι οποίες θα καθορίζονται από την αρμόδια καθ' ύλη υπηρεσία.
2. Λοιπή περιοχή υποζώνης ΙΙΙβ. Στην περιοχή αυτή επιτρέπονται:
α) Η κατασκευή και λειτουργία ιχθ υ ο γεννητικού σταθμού και μονάδας εκτροφής ψαριών στην περιοχή Μπούκας - Συκιάς, εκτός των υφισταμένων βάλτων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και εφόσον προηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΚΥΑ69269/5387/90.
β) Η βόσκηση ως έχει και σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 10, της Κ.Υ.Α. 1319/93.
γ) Η εγκατάσταση ελαφρώς προσωρινής υποδομής συμβατής με τον περιβάλλοντα χώρο στην παραποτάμια ζώνη του Αχελώου για την εξυπηρέτηση της επαγγελματικής αλιείας.
δ) Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στους λόφους χερσονήσου Διόνι, Χουνοβίνα, Τρίκαρδο μετά από έγκριση περιβαλλοντικών όρων καθώς και την κατασκευή δρόμων προσπέλασης σύμφωνα με τη σχετική διαδικασία η οποία αναφέρεται στο άρθρο 4. παρ. 2 της Κ.Υ.Α.
ε) Η εγκατάσταση αναψυκτηρίου και η διαμόρφωση χώρων συνάθροισης κοινού στην ακτή Διόνι, σύμφωνα με αντίστοιχες μελέτες που θα πρέπει να υποβληθούν από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, εντός 2 ετών από την έναρξη ισχύος της απόφασης, προς έγκριση βάσει της κείμενης νομοθεσίας και υπό την προϋπόθεση της σύμφωνης γνώμης της Διεύθυνσης Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του ΥΠΕΧΩΔΕ.
στ) Η διατήρηση της υπάρχουσας υποδομής για την αλιεία στους παράκτιους βάλτους Πέταλα και τους εσωτερικούς βάλτους στις θέσεις Βαλτί. Μαρκούτσα, Αγ. Δημήτριος.
ζ) Παρέχεται η δυνατότητα επαναπλημμυρισμού ορισμένων αποξηρανθεισών εκτάσεων με σκοπό την εγκατάσταση υδατοκαλλιεργειών ήπιας εκτακτικής μορφής και την αποκατάσταση της φυσικής λειτουργίας του οικοσυστήματος μετά από τήρηση της σχετικής διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4, παρ. 2 Κ.Υ.Α. και εφ' όσον έχει εγκριθεί σχετική μελέτη σκοπιμότητας από την καθ' ύλη αρμόδια υπηρεσία.
Με την υπ. αριθμ. ΚΥΑ 22306 (ΦΕΚ 477 Δ/31-5-2006) υλοποιείται ο χαρακτηρισμός των λιμνοθαλάσσιων, χερσαίων, ποτάμιων περιοχών του νοτίου τμήματος του Νομού Αιτωλοακαρνανίας και του νησιωτικού συμπλέγματος των Β. και Ν. Εχινάδων του Νομού Κεφαλληνίας ως Εθνικό Πάρκο με την ονομασία «Εθνικό Πάρκο Λιμνοθαλασσών Μεσολογγίου-Αιτωλικού, κάτω ρου και εκβολών ποταμών Αχελώου και Ευήνου και νήσων Εχινάδων. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή ο opuoc Πλατυνιάλι δεν εντάσσεται σε καμία Ζώνη
Απόλυτης Προστασίας (Α.Π.) ούτε και σε Ζώνη Προστασίας της Φύσης (Π.Φ.). Οι περιοχές προστασίας όπως προκύπτουν από την ανωτέρω απόφαση παρουσιάζονται στο σχήμα που ακολουθεί και σε χάρτη στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ενώ ολόκληρο το ΦΕΚ επισυνάπτεται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I της παρούσας μελέτης.
Καθώς η θέση της ΝΑΒΙΠΕ βρίσκεται σε λεκάνη απορροής ανεξάρτητη από την οριοθετημένη και προστατευόμενη περιοχή RAMSAR των εκβολών του Αχελώου, ενώ παρεμβάλλονται και ορεινοί όγκοι μεταξύ της ΝΑΒΙΠΕ και της προστατευόμενης περιοχής, προκύπτει σαφώς ότι οι περιβαλλοντικά κίνδυνοι για την περιοχή RAMSAR περιορίζονται σημαντικά. Επιπλέον επισημαίνεται πως οι σχεδιαζόμενες νέες υπό έγκριση δραστηριότητες, δεν πρόκειται να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον της άμεσης ή ευρύτερης περιοχής, με την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοσθούν όλα τα μέτρα αντιρύπανσης που προτείνονται στη ΜΠΕ.

ΣΧΗΜΑ 4.1. : Περιοχές προστασίας Εθνικού Πάρκου Λιμνοθαλασσών Μεσολογγίου-Αιτωλικού, κάτω ρου και εκβολών ποταμών Αχελώου και Ευήνου και νήσων Εχινάδων.

4.1.10.2 Μνημεία της Φύσης

Με βάση τα προβλεπόμενα από το Ν.Δ. 996/1971 έχουν καθορισθεί 51 περιοχές στην Ελλάδα ως Μνημεία της Φύσης, των οποίων η διατήρηση κρίθηκε αναγκαία και καθορίσθηκαν μέτρα προστασίας τους. Στην Περιφέρεια της Δυτικής Ελλάδας υπάρχουν 7 τέτοια μνημεία:

1. Ο πλάτανος του Παυσανία (1976). Ένα γιγάντιο πλατάνι, πιθανόν το γηραιότερο και πλατύτερο στην Ελλάδα, κοντά στην παραλία στο Αίγιο
2. Πηγή Δώδεκα Βρύσες (1976). Μια παλιά πηγή γνωστή ως οι Δώδεκα Βρύσες κοντά στο πλατάνι του Παυσανία.
3. Το κλήμα του Παυσανία στα Καλάβρυτα (1976). Μια εντυπωσιακή κληματαριά (Vitis vinifera) που έχει αγκαλιάσει σφιχτά 18 δέντρα πουρναριού. Έχει μεγάλη επιστημονική αξία και αποτελεί τουριστικό πόλο έλξης. Κοντά στο χωριό Παγκράτι των Καλαβρύτων στην αυλή της εκκλησίας του Αγ. Νικολάου.
4. Οι δρύς της Καλαμιάς (1980). Δυο πολύ γηραιές και εντυπωσιακές δρυς (Quercus pubescens) οι οποίες χαρακτηρίζουν την περιοχή και που είναι συνδεδεμένες με πολλές ντόπιες εκδηλώσεις και γεγονότα. Σε μια θέση που ονομάζεται "Πέντε Δέντρα" στο χωριό Καλαμά, Αιγίου Αχαΐας.
5. Ο πλάτανος της Πλατανιώτισσας (1985). Τρία πολύ γηραιά πλατάνια, τα οποία έχουν αναπτυχθεί μαζί σαν ένα δέντρο και των οποίων ο ενιαίος κορμός είναι κούφιος (κουφαλερός) και όπου υπάρχει μια μικρή παλιά εκκλησία που περιέχει μια πολύτιμη εικόνα της Αγ. Μαρίνας και συνδέεται με ποικίλες θρησκευτικές παραδόσεις. Κοντά στο χωριό Πλατανιώτισσα, σε μια περιφραγμένη περιοχή, όπου υπάρχει επίσης μια πολύ παλιά εκκλησία και άλλα πολιτιστικά μνημεία που προστατεύονται επίσης, στην περιοχή των Καλαβρύτων Αχαΐας.
6. Τα δάσος φράξος του Λεσινιού (1985, 45,9 Ηα). Απομεινάρι ενός μεγάλου ελαχαρούς δάσους σε μια πεδινή περιοχή, που αποτελείται κυρίως από φράξους (Fraxinus angustifolia) και κάποια άλλα είδη, όπως φτελιές (Ulmus), ιτιές (Salix), και δάφνες (Laurus nobilis) και περιλαμβάνει επίσης μια επιστημονικά σημαντική πανίδα και χλωρίδα. Χαρακτηριστικός βιότοπος με μεγάλη οικολογική σπουδαιότητα, που κατέχει επίσης σπουδαία αισθητική αξία, κοντά στο χωριό Λεσίνι, στο Μεσολόγγι.
7. Ο πλάτανος της Αγίας Λαύρας (1985). Ένας ιστορικά πολύ σημαντικός πλάτανος που συνδέεται με το διάσημο γεγονός της κήρυξης της Ελληνικής Επανάστασης το 1821. Το δέντρο είναι επίσης εντυπωσιακό για το μέγεθος του (ύψος περισσότερο των 35μ.) και την αισθητική εμφάνιση. Περίπου 4 χιλ. Δυτικά από την πόλη των Καλαβρύτων, στην αυλή της εκκλησίας της ονομαστής μονής της Αγίας Λαύρας.

4.1.10.3 Προστατευόμενα Τοπία

Τα περισσότερα από τα υπάρχοντα «αισθητικά δάση» θα μπορούσαν να ενταχθούν στην κατηγορία αυτή. Τα δάση αυτά όπως δημοσιεύθηκαν από το Υπουργείο Γεωργίας (Γενική Διεύθυνση Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος - Διεύθυνση Προστασίας Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος - Τμήμα Εθνικών Δρυμών και Αισθητικών Δασών) είναι 19 για όλη την Ελλάδα, η δε σχετική νομοθεσία είναι το Νομοθετικό Διάταγμα 996/1971.
Η Περιφέρεια της Δυτικής Ελλάδας περιλαμβάνει 2 αισθητικά Δάση που βρίσκονται στο νομό Αχαΐας
1. Αισθητικό Δάσος Πανεπιστημιούπολης Πατρών ( Διάταγμα 977/74 ΦΕΚ 99A' / 11-4-74). Πρόκειται για δασωμένη έκταση που περιλαμβάνει δάση ελάτης, αείφυλλα πλατύφυλλα και φυλλοβόλα είδη. Περιλαμβάνονται επίσης ορεινά λιβάδια καθώς επίσης έχουν κατασκευαστεί σειρές φραγμάτων με σκοπό την απόσβεση των χειμάρων.
2. Αισθητικό Δάσος Εθνικής Ανεξαρτησίας (Π.Δ. της 29-9-77 ΦΕΚ 404Δ7 20-10-77). Βρίσκεται στα Καλάβρυτα Αχαΐας και περιλαμβάνει τα μοναστήρια Αγ. Λαύρας και Μεγ. Σπηλαίου καθώς και τον χώρο εκτέλεσης πατριωτών από γερμανικά στρατεύματα.

4.1.10.4 Περιοχές Natura 2000

Οι περιοχές προστασίας του δικτύου Natura 2000 που υπάρχουν στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας - Ιονίων Νήσων παρουσιάζονται στον πίνακα που ακολουθεί.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.2.α. : Περιοχές Natura 2000
ΠΙΝΑΚΑΣ 4.2.β  : Περιοχές Natura 2000

* ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΠΟΥ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Τονίζεται ότι στην άμεση περιοχή του έργου δεν υπάρχει καμία περιοχή προστασίας, στην ευρύτερη περιοχή όμως και σε κοντινή απόσταση από τις εγκαταστάσεις τις ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ.. βρίσκονται οι περιοχές GR2220003 - pSCI - ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ APXI ΠΕΛΑΓΟ Σ ΙΟΝΙΟΥ (ΜΕΓΑΝΗΣΙ, ΑΡΚΟΥΔΙ, ΑΤΟΚΟΣ, ΒΡΩΜΟΝΑΣ), GR2310001 - pSCI - ΔΕΛΤΑ ΑΧΕΛΩΟΥ, ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ-ΑΙΤΩΛΙΚΟΥ, ΕΚΒΟΛΕΣ ΕΥΗΝΟΥ, ΝΗΣΟΙ ΕΧΙΝΑΔΕΣ, ΝΗΣΟΣ ΠΕΤΑΛΑΣ και GR23100015 - SPA - ΔΕΛΤΑ ΑΧΕΛΩΟΥ, ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ -ΑΙΤΩΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΚΒΟΛΕΣ ΕΥΗΝΟΥ, ΝΗΣΟΙ ΕΧΙΝΑΔΕΣ, ΝΗΣΟΣ ΠΕΤΑΛΑΣ, ΔΥΤΙΚΟΣ ΑΡΑΚΥΝΘΟΣ & ΣΤΕΝΑ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ Ακολούθως γίνεται αναλυτική περιγραφή για τις περιοχές προστασίας αυτές.
Οι παραπάνω προστατευόμενες περιοχές βρίσκονται σε απόσταση 4 km, περίπου, δυτικά (GR2220003 ) και νότια (GR2310001-15) του εξεταζόμενου έργου.

GR2220003 «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΙΟΝΙΟΥ (ΜΕΓΑΝΗΣΙ, ΑΡΚΟΥΔΙ, ΑΤΟΚΟΣ, ΒΡΩΜΟΝΑΣ)»

Τρία από τα μεγαλύτερα νησιά του Ιονίου Πελάγους η Λευκάδα, η Ιθάκη και η Κεφαλλονιά, ορίζουν από δυσμάς, βορρά και ανατολάς ένα σημαντικό αρχιπέλαγος 36 μικρών νησιών, στην πλειονότητα τους ακατοίκητων. Τα νησιά Μεγανήσι, Κάλαμος και Καστός, δηλ. τα τρία μεγαλύτερα του αρχιπελάγους, και ένα μικρό ιδιωτικό, ο Σκορπιός είναι τα μόνα που κατοικούνται και στα οποία ζουν περίπου 1500 άτομα, συνολικά. Η γεωμορφολογία των ακτών αυτών των νησιών δημιουργεί μια ποικιλία οικοτόπων για τη θαλάσσια και χερσαία χλωρίδα και πανίδα. Στα ασφαλή νερά του αρχιπελάγους κατοικούν μονίμως ή έχουν συχνή παρουσία σημαντικοί θαλασσόβιοι θηρευτές οι οποίοι αποτελούν είδη που τοποθετούνται στην κορυφή της τροφικής πυραμίδας και πιστοποιούν την υψηλή βιοποικιλότητα της περιοχής.
Η πανιδική σπουδαιότητα της περιοχής είναι προφανής. Το θαλάσσιο περιβάλλον της περιοχής προσφέρει καταφύγιο σε πολλούς και σημαντικούς κορυφαίους θηρευτές, γεγονός που αναδεικνύει το βιολογικό πλούτο της. Η φώκια Monachus monachus, το ρινοδέλφινο Tursiops truncatus, το κοινό δελφίνι Delphinus delphis και διάφορα είδη καρχαριών περιλαμβάνονται σ'αυτή την ομάδα οργανισμών. Οι ακτές της περιοχής παρέχουν ένα πλήθος υποβρυχίων ή ημι-υποβρυχίων θαλάσσιων σπηλαίων, που αποτελούν τον ιδανικό οικότοπο της φώκιας. Π' αυτό το λόγο η περιοχή αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στην Ελλάδα (και γενικότερα στη Μεσόγειο) για το αμεσότερα απειλούμενο με εξαφάνιση θηλαστικό της Ευρώπης, τη φώκια Monachus monachus. Δύο άλλα εξαιρετικά σημαντικά θαλάσσια είδη, τα δελφίνια Tursiops truncatus και Delphinus delphis, ζουν συμπατρικά στην περιοχή. Και τα δύο αναφέρονται στην Οδηγία 92/43/EEC (το πρώτο το Παράρτημα II), καθώς και στις συνθήκες Βέρνης, Βόννης και CITES και στο πρόγραμμα CORINE-Biotopes. To D. delphis αναφέρεται ως «Τρωτό» στο ελληνικό βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων, ενώ και τα δύο αυτά είδη δελφινιών προστατεύονται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981. Ο πληθυσμός του D. delphis στην εξεταζόμενη περιοχή είναι ένας από τους 3-4 σε όλη τη Μεσόγειο. Συνολικά 130 άτομα του είδους επιβιώνουν στην περιοχή και πιθανότητα αποτελούν υπόλειμμα ενός υποβαθμισμένου πληθυσμού που υπήρχε παλαιότερα στην περιοχή Αδριατικής-Ιονίου.
Ένας άλλος σημαντικός τύπος οικοτόπου που αποτελεί διαδεδομένο στοιχείο του παράκτιου θαλάσσιου περιβάλλοντος της περιοχής είναι τα λιβάδια της Posidonia. Η κατάσταση διατήρησης τους στην περιοχή είναι προς το παρόν εξαιρετική. Εκεί ζεί σε αφθονία και το ελασματοβράγχιο Pinna nobilis, ένα είδος που αναφέρεται στο Παράρτημα II της Οδηγίας 92/43/EEC. Στο χερσαίο τμήμα της περιοχής ανήκουν μεταξύ άλλων τα νησιά Οξειά και τα βορειοδυτικά του συμπλέγματος των Εχινάδων. Η Οξειά είναι ένα νησί που διατηρείται σε πολύ καλή φυσική κατάσταση, αν εξαιρέσει κανείς τις συνέπειες της βόσκησης που και αυτές είναι μάλλον περιορισμένες. Το νησί αυτό παρουσιάζει μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον εξαιτίας του βιοτικού και αβιοτικού περιβάλλοντος του και στην πραγματικότητα αποτελεί ένα φυσικό μουσείο. Οι ΒΔ Εχινάδες είναι νησίδες στις οποίες υπάρχουν θέσεις που χρησιμοποιούνται από τα θαλασσοπούλια για την αναπαραγωγή τους.
Το ζωολογικό ενδιαφέρον της περιοχής υπογραμμίζεται και από την παρουσία ειδών αρπακτικών πουλιών (Aquila chrysaetos, Circaetus gallicus, Falco peregrinus, Gyps fulvus, Phalacrocorax aristotelis), τα οποία είναι απειλούμενα σύμφωνα με το εθνικό Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων. Συνοψίζοντας μπορούμε να αναφέρουμε ότι το θαλάσσιο και χερσαίο περιβάλλον αυτής της περιοχής παρέχουν πολύτιμα καταφύγια σε πολύ σημαντικά είδη σπονδυλωτών, όπως:
(α) τρία θαλασσόβια θηλαστικά με δραματική πληθυσμιακή υποβάθμιση σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου,
(β) τέσσερα είδη χειροπτέρων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II της Οδηγίας 92/43/EEC και στο ελληνικό Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων,
(γ) τρία ακόμη είδη της ίδιας Οδηγίας,
(δ) ένας αξιόλογος αριθμός ειδών αρπακτικών πουλιών και
(ε) πέντε προστατευόμενα taxa ερπετών.

Το θαλάσσιο τμήμα αυτής της περιοχής βρίσκεται γενικά σε καλή κατάσταση από άποψη διατήρησης της φυσικότητας του. Αυτό δικαιολογεί και την παρουσία των ευαίσθητων κορυφαίων θηρευτών που προαναφέρθηκαν. Όμως, η καλή αυτή κατάσταση δε σημαίνει ότι η περιοχή δεν είναι τρωτή στους υποβαθμιστικούς παράγοντες. Ένας από τους κύριους κινδύνους που την απειλούν είναι η παράνομη και ψευδονόμιμη αλιεία. Όλες αυτές οι παράνομες αλιευτικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται κυρίως από αλλοδαπούς επαγγελματίες και ερασιτέχνες υποβαθμίζουν και θέτουν υπό την απειλή εξαφάνισης το βιολογικό δυναμικό του θαλάσσιου οικοσυστήματος της περιοχής. Πάντως, οι επιπτώσεις όλων αυτών των ενεργειών φαίνεται να είναι κάπως περιορισμένες συγκριτικά με ότι συμβαίνει στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Ένας άλλος κίνδυνος προέρχεται από τον αυξανόμενο ανεξέλεγκτο τουρισμό. Δραστηριότητες θαλάσσιας αναψυχής, κυρίως με θαλαμηγούς, και φουσκωτά σκάφη, προκαλούν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, εξαιτίας κυρίως της απουσίας κατάλληλης υποδομής για την αγκυροβόληση των σκαφών (συχνά η αγκυροβόληση γίνεται στα απειλούμενα λιβάδια της Posidonia) και την περισυλλογή απορριμμάτων και λυμάτων τα οποία συνήθως ρίχνονται στη θάλασσα. Σημαντική είναι επίσης η αδυναμία της πολιτείας να εφαρμόσει στην πράξη ένα κώδικα περιβαλλοντικής συμπεριφοράς, με αποτέλεσμα να προκαλείται μία αυξανόμενη ενόχληση στα δελφίνια και στις φώκιες (γι' αυτές τις τελευταίες η ενόχληση είναι έντονη ακόμη και στα σπήλαια - καταφύγια τους, λόγω των τεχνικών δυνατοτήτων που έχουν σήμερα οι οικολογικά ανενημέρωτοι λάτρεις του θαλάσσιου τουρισμού).
Τέλος, οι επιπτώσεις της ναυσιπλοΐας στην ευρύτερη περιοχή (υπάρχει κίνηση μεγάλων σκαφών της γραμμής Πάτρας-Ιταλίας διαμέσου του στενού Λευκάδας-Κεφαλονιάς) δεν μπορούν να εκτιμηθούν με ακρίβεια. Όμως, αν δεν ληφθούν ειδικά μέτρα η ρύπανση θα συνεχίσει να αποτελεί ένα υψηλού βαθμού κίνδυνο για την περιοχή. Οι χερσαίοι οικότοποι των Εχινάδων διατηρούνται επίσης σε μάλλον καλή κατάσταση, θα πρέπει όμως να προστατευτούν αποτελεσματικά από την ανθρώπινη επέμβαση (κυρίως βόσκηση, κυνήγι κ.ά.), επειδή εκτός των άλλων αποτελούν σημαντικούς τόπους αναπαραγωγής θαλάσσιων πουλιών. Ο κύριος κίνδυνος για το χερσαίο οικοσύστημα των Εχινάδων είναι προς το παρόν η αλλοίωση του φυσικού χαρακτήρα της βλάστησης εξαιτίας της βόσκησης, γεγονός που οδηγεί στην υποβάθμιση των οικοτόπων πολλών ερπετών και τη γενικότερη διαταραχή του οικοσυστήματος. Οι ανθρωπογενείς επιδράσεις στους λιγοστούς οικοτόπους των νυχτερίδων είναι δυνατόν να αποδειχθούν μοιραίες για την επιβίωση των τοπικών πληθυσμών αυτών των τρωτών θηλαστικών. Συμπερασματικά, η περιοχή και κυρίως το θαλάσσιο τμήμα της είναι ένα από τα καλύτερα διατηρημένα του ελληνικού χώρου. Είναι ευτύχημα ότι λίγα μόνο ειδικά μέτρα προστασίας, μια σωστά οργανωμένη και ελεγχόμενη τουριστική ανάπτυξη (ιδιαίτερα με την πολλαπλά αποδοτική μορφή του οικοτουρισμού) και ένας πραγματικός έλεγχος της αλιευτικής δραστηριότητας μπορούν να εξασφαλίσουν ένα οικολογικά ισορροπημένο φυσικό περιβάλλον στην περιοχή. Πραγματικά, φαίνεται ότι είναι σχετικά εύκολο να επιτευχθεί η προστασία των οικοτόπων, αλλά και της πανίδας και χλωρίδας και είναι πρωταρχική ανάγκη να καταβληθεί κάθε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο τόπος περιέχει ένα «τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους» την Οξιά, σύμφωνα με το ΦΕΚ 687/Β/24-5-76. Η Οξιά προστατεύεται επίσης από τη σύμβαση Ramsar μαζί με τον υγροβιότοπο Μεσολογγίου - Αιτωλικού. Οι άλλες νησίδες δεν προστατεύονται.
Το 99% του τόπου αυτού ανήκει στο Ελληνικό κράτος. Τέσσερις μικρές νησίδες στη βόρεια πλευρά του τόπου, χωρίς ιδιαίτερο οικολογικό ενδιαφέρον (Σκορπιός, Σκορπίδι, Σπαρτί, Μαντούρι) είναι ιδιωτικά. Η έκταση τους είναι 200 ha συνολικά.

GR2310001 «ΔΕΛΤΑ ΑΧΕΛΩΟΥ, ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ - ΑΙΤΩΛΙΚΟΥ, ΕΚΒΟΛΕΣ ΕΥΗΝΟΥ ΚΑΙ ΝΗΣΟΙ ΕΧΙΝΑΔΕΣ» και GR2310015 «ΔΕΛΤΑ ΑΧΕΛΩΟΥ, ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ-ΑΙΤΩΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΚΒΟΛΕΣ ΕΥΗΝΟΥ, ΝΗΣΟΙ ΕΧΙΝΑΔΕΣ, ΝΗΣΟΣ ΠΕΤΑΛΑΣ, ΔΥΤΙΚΟΣ ΑΡΑΚΥΝΘΟΣ & ΣΤΕΝΑ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ»

Η περιοχή προστασίας αποτελεί ένα πολύπλοκο οικοσύστημα που βρίσκεται στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς υγροτόπους της χώρας μας. Στην περιοχή αυτή κυριαρχεί η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, που βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα του συστήματος του υγροτόπων. Εκτός από την κεντρική λιμνοθάλασσα υπάρχει επίσης ένας αριθμός άλλων μικρότερων λιμνοθαλασσών, όπως: προς βορρά η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού (1.400 ha), προς ανατολάς η Κλείσοβα (3.000 ha) και προς δυσμάς οι Γουρουνοπούλες και ο Παλιοπόταμος (800 ha). Οι λιμνοθάλασσες του Μεσολογγίου βρίσκονται πίσω από μία διακεκομμένη αμμώδη λωρίδα, που βρίσκεται μεταξύ των εκβολών του ποταμού Εύηνου προς τα ανατολικά και του λόφου Κουτσιλάρη προς τα δυτικά και συνδέονται με τον Πατραϊκό Κόλπο με ένα μεγάλο άνοιγμα. Στο ανατολικό τμήμα της πεδιάδας του Μεσολογγίου σχηματίζεται το δέλτα του ποταμού Εύηνου. Στο δυτικότερο τμήμα της περιοχής υπάρχει το δέλτα του ποταμού Αχελώου.
Το μεγαλύτερο τμήμα της πεδιάδας έχει σχηματισθεί από αποθέσεις των δύο αυτών ποταμών. Οι αποθέσεις του Εύηνου καλύπτουν την περιοχή ανατολικά του Μεσολογγίου, ενώ οι αποθέσεις του Αχελώου καλύπτουν την περιοχή δυτικά του Μεσολογγίου. Στο δυτικό τμήμα της περιοχής οι αποθέσεις του Αχελώου περιβάλλουν κάποιους βράχους και λόφους, από τους οποίους ψηλότερος είναι ο Κουτσιλιάρης (433 m). Στην ίδια περιοχή μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες προηγούμενες κοίτες του Αχελώου. Σε κάποιες περιοχές των λιμνοθαλασσών κοντά στην Αγία Τριάδα, στους Αγίους Ταξιάρχες και στο Μεγάλο Βουνό παρατηρούνται πρωτογενείς αμμοθίνες. Το σύστημα των λιμνοθαλασσών του Μεσολογγίου σχηματίστηκε κατά την Ολόκαινο περίοδο. Οι λιμνοθάλασσες του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού συνδέονται μεταξύ τους με μια στενή διώρυγα. Από γεωλογική άποψη η περιοχή ανήκει στις ζώνες Ιονίου και Γαβρόβου και αποτελείται κυρίως από ιζηματογενή πετρώματα. Η μεγαλύτερη έκταση της περιοχής αποτελείται από άργιλο που έχει αποτεθεί σε αλμυρό νερό (μόνο κατά μήκος των κοιτών των ποταμών βρίσκουμε άργιλο που έχει αποτεθεί σε γλυκό νερό). Ο άργιλος του αλμυρού νερού έχει χρώμα κυανό, ενώ του γλυκού νερού καφέ. Η παραλιακή λωρίδα αποτελείται από άμμο. Οι λιμνοθάλασσες του Μεσολογγίου συνδέονται με τη θάλασσα με διάφορα πλατιά ανοίγματα της παραλιακής λωρίδας. Παρ' όλα αυτά κάποια τμήματα των λιμνοθαλασσών είναι απομονωμένα. Αυτό' έχει σαν αποτέλεσμα τη μεγάλη διακύμανση της αλατότητας κατά τη διάρκεια του έτους. Η αλατότητα διακυμαίνεται έντονα επίσης στα ρηχά νερά βόρεια του Αιτωλικού και κοντά στη Μονή Αγίων Ταξιαρχών. Η υψηλή αλατότητα το καλοκαίρι, η οποία προκαλείται από την εξάτμιση του νερού, μετριάζεται από το γλυκό νερό που εισρέει στις λιμνοθάλασσες από τους γύρω αγρούς και κάποια μικρά ρέματα. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα εισρέουν μεγάλες ποσότητες γλυκού νερού, προερχόμενου περιστασιακά και από τους ποταμούς Αχελώο και Εύηνο.
Οι λιμνοθάλασσες είναι ρηχές. Το μεγαλύτερο βάθος τους είναι περίπου 2 m, αλλά η μεγαλύτερη έκταση έχει βάθος περίπου 1m. Μόνο η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού έχει μέγιστο βάθος 28 m. Η κύρια ανθρώπινη δραστηριότητα είναι το ψάρεμα. Για το σκοπό αυτό έχουν κατασκευαστεί από βλαστούς του Arundo donax επεξεργασμένα πλέγματα που έχουν τοποθετηθεί σε πολλούς ορμίσκους. Το υλικό αυτό ξεβράζεται σε μεγάλες ποσότητες σε κάποια σημεία της ακτής και γίνεται υπόστρωμα για έναν ειδικό τύπο βλάστησης. Οι λιμνοθάλασσες του Μεσολογγίου περιβάλλονταν κυρίως από εκτεταμένους αλμυρόβαλτους, μεγάλο μέρος των οποίων αποξηράνθηκε, αλλά παραμένει άγονο και αποτελεί βιότοπο άγριας ζωής. Παρά τη διαμόρφωση της γης γύρω από τις λιμνοθάλασσες υπάρχουν ακόμη αλμυρόβαλτοι, λασπώδεις παραλίες και αμμώδεις περιοχές. Γενικώς, η περιοχή χαρακτηρίζεται από ποικιλία βιοτόπων. Υπάρχουν εκτεταμένες περιοχές με αλμυρόβαλτους, όπου κυριαρχούν τα γένη Salicornia και Arthrocnemum, καθώς και εκτεταμένες περιοχές με ρηχά νερά, με πλούσια βλάστηση που σκεπάζεται από το νερό με είδη των γενών Ruppia, Enteromorpha και Zostera.
Επίσης, εκτεταμένοι πυκνοί καλαμιώνες (Phragmitetum) καλύπτουν μία σημαντική έκταση, κυρίως στα μέρη όπου εισρέει στις λιμνοθάλασσες γλυκό νερό. Τέτοιες περιοχές υπάρχουν κυρίως στις βόρειες και βόρειο-ανατολικές ακτές της λιμνοθάλασσας της Κλείσοβας, κατά μήκος της ακτής της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, κατά μήκος της ανατολικής ακτής της λιμνοθάλασσας του Αιτωλικού, στην ακτή της λιμνοθάλασσας Σκαντζόχοιρου, κατά μήκος των αποστραγγιστικών καναλιών και κατά μήκος της όχθης του ποταμού Αχελώου. Σ' αυτές τις φυτοκοινωνίες κυριαρχούν τα είδη Phragmites australis και Typha latifolia. Παρά τις έντονες αγροτικές δραστηριότητες, μεταξύ των μικρών αγρών αναπτύσσονται αρκετοί φράχτες με φυσική βλάστηση με Phragmites australis, Tamarix parviflora και Juncus maritimus. Στα νότιο-δυτικά της περιοχής υπάρχει μιά επιμήκης πλατιά παραλιακή λωρίδα με αμμοθίνες. Οι κύριες φυτοκοινωνίες εκεί είναι η Agropyretum mediterraneum, η Ammophiletum arenariae και η Cakiletea maritimae. Στη νησίδα Λούρος, στην εσωτερική πλευρά πίσω από τις αμμοθίνες αναπτύσσεται μία σημαντική συστάδα με Juniperus phoenicea. Όλη αυτή η περιοχή είναι εξαιρετικά ποικίλη. Στους γύρω λόφους αναπτύσσονται συστάδες με Quercus macrolepis, μακκία και φρύγανα (με επικρατέστερο είδος την Phlomis fruticosa).
Ο Αχελώος είναι δεύτερος σε μέγεθος ποταμός στα Βαλκάνια. Στις εκβολές του, καθώς και κατά μήκος της όχθης του, αναπτύσσονται τρεις κύριοι τύποι βλάστησης:
1) Παρόχθια δάση με Salix alba και Populus nigra σαν επικρατούντα φυτά (τέτοια δάση υπάρχουν κυρίως στη νότια περιοχή του δέλτα καθώς και κατά μήκος των όχθων του ποταμού).
2) Δάσος με Fraxinus angustifolia κοντά στο Λεσίνι, το οποίο είναι και το πιο πολύτιμο τμήμα της παρόχθιας βλάστησης της περιοχής.
3) Συστάδες με Tamarix parviflora και Vitex agnus-castus (κυρίως στο νότιο τμήμα του Δέλτα, στην περιοχή Καλη-Χίτσα και κατά μήκος της όχθης του ποταμού).
Οι εκβολές του Εύηνου εκτείνονται από την ανατολική ακτή της Κλείσοβας μέχρι τους πρόποδες της Βαράσοβας. Ο Εύηνος πηγάζει από τα όρη Βαρδουσία και εκβάλλει στον Πατραϊκό κόλπο. Έχει μήκος 110 km και λεκάνη απορροής 1070 km2. Είναι αξιοσημείωτο ότι η παρόχθια βλάστηση του Εύηνου εμφανίζει σημαντικές διαφορές από αυτήν του Αχελώου. Αυτό συμβαίνει διότι ο Εύηνος δεν έχει συνεχή και ικανοποιητική ροή κατά τη διάρκεια του έτους. Ως εκ τούτου, οι συστάδες με Salix, Fraxinus και Ulmus καθώς και οι καλαμιώνες (Phragmitetum) κατά μήκος της όχθης είναι σπάνια. Αντιθέτως, είναι πολύ έντονη η ανάπτυξη του Nerium oleander στην περιοχή. Περίπου 5 km από το στόμιο του ποταμού αναπτύσσονται συστάδες με Populus alba, P. nigra και Arundo donax. Κοντά στο στόμιο του ποταμού αναπτύσσεται παρόχθια βλάστηση με Platanus orientalis, Nericum oleander και Vitex agnus-castus. Στις εκβολές του ποταμού η ροή είναι αργή και υπάρχει φτωχή βλάστηση με Zostera noltii, Myriophyllum spicatum και Valisneria spiralis. Στην αμμώδη όχθη αναπτύσσονται Tamarix parviflora, Τ. smyrnesis, Juncus acutus, J. maritimus καθώς επίσης και αλόφυτα, όπως: Limonicum, Suaeda, Arthrocnemum perenne, Inula crithmoides, Halimione portulacoides, Aster tripolium, κ.ά. Καλαμιώνες με κυρίαρχα είδη το Phragmites australis υπάρχουν και στις εκβολές του Εύηνου, καθώς και κατά μήκος της όχθης του.
Στην παραλιακή ζώνη που εκτείνεται από την ανατολική ακτή της Κλείσοβας μέχρι τα δυτικά του στομίου του Εύηνου (περίπου 3 km και 0.5 km πλάτος) το έδαφος είναι χαμηλότερο από το επίπεδο της θάλασσας και η αποστράγγιση του εμποδίζεται με αποτέλεσμα να πλημμυρίζει εξαιτίας της βροχόπτωσης. Σ' αυτήν την περιοχή αναπτύσσεται ένας εκτεταμένος αλμυρόβαλτος με διαδοχική φυσική βλάστηση (Tamaricetum, Juncetum, Arthrocnemetum, Salicornietum).
Αν και ο υπό μελέτη τόπος είναι ένα σύνθετο οικοσύστημα που έχει δεχτεί έντονη επίδραση από ανθρώπινες δραστηριότητες, διατηρεί ακόμη σημαντική οικολογική αξία. Π' αυτόν το λόγο περιλαμβάνεται στη Συνθήκη Ramsar. Η χλωρίδα και η πανίδα της περιοχής παρουσιάζουν μεγάλη ιδιαιτερότητα λόγω της έντονης παρουσίας και κυριαρχίας ειδών του υγρού στοιχείου. Όπως ήδη αναφέρθηκε, παρά την έντονη διαμόρφωση της γης, υπάρχουν ακόμη εκτεταμένες περιοχές με αλμυρόβαλτους, αμμώδεις περιοχές και λασποτόπια. Ένα σημαντικό τμήμα του τόπου είναι το μοναδικό στην Ελλάδα αμιγές δάσος του Fraxinus, που υπάρχει στην περιοχή του Λεσινίου. Υπολείμματα τέτοιου παρόχθιου δάσους υπάρχουν επίσης στις ανατολικές όχθες του ποταμού Εύηνου. Αυτές οι περιοχές έχουν τεράστιο ορνιθολογικό και οικολογικό ενδιαφέρον. Τα αλλουβιακά εδάφη του Εύηνου είναι πολύ σημαντικά και σε πολύ καλή κατάσταση. Οι εκβολές αυτού του ποταμού αποτελούν ένα από τα πιο αρμονικά οικοσυστήματα που γνωρίζουμε. Οι φυτοκοινωνίες στην περιοχή βρίσκονται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Η παραλιακή ζώνη μεταξύ Κλείσοβας και Εύηνου, που είναι σε πολύ καλή φυσική κατάσταση, είναι το μεγαλύτερο ενιαίο τμήμα φυσικού αλμυρόβαλτου στην περιοχή.
Μεγάλο οικολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η αμμόφιλη βλάστηση, που αναπτύσσεται κυρίως στις νησίδες των λιμνοθαλασσών. Η βλάστηση περιλαμβάνει πολλά ενδιαφέροντα, ενδημικά, σπάνια ή απειλούμενα φυτά. Η Centaurea niederi, η οποία είναι ένα σπάνιο ενδημικό της Ελλάδας, είναι ένα φυτό καταχωρημένο στο Παράρτημα II της Οδηγίας 92/43/EEC και στη Σύμβαση της Βέρνης.
Η πανίδα αυτού του τόπου είναι πολύ ποικίλη. Από τα σπονδυλωτά (εκτός από πουλιά) που έχουν καταγραφεί σ' αυτήν την περιοχή δώδεκα είναι είδη που αναφέρονται στο Παράρτημα II της Οδηγίας 92/43/EEC. Τρία από αυτά (Monachus monachus, Caretta caretta και Acipenser sturio) είναι είδη προτεραιότητας της Οδηγίας. Επιπλέον, η νυχτερίδα Rhinolophus euryale, η βίδρα Lutra lutra, η μεσογειακή φώκια Monachus monachus και η Θαλασσοχελώνα Caretta caretta είναι απειλούμενα είδη στην Ελλάδα και αναφέρονται στο ελληνικό Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων στις κατηγορίες κινδύνου «Κινδυνεύοντα» (Μ. monachus, C. caretta) και «Τρωτά» (L. lutra).
Η εξεταζόμενη περιοχή έχει υποστεί έντονη επίδραση από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η διατήρηση του υδατικού ισοζυγίου έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη διατήρηση του όλου οικοσυστήματος. Η περιοχή του ανατολικού τμήματος της Κλείσοβας δέχεται έντονη ρύπανση από τα λύματα της πόλης του Μεσολογγίου. Αυτό οδηγεί σε συνεχή ευτροφισμό της λιμνοθάλασσας. Οι αμμοθίνες ιδιαίτερα στη λουρονησίδα Λούρος δέχονται έντονες πιέσεις από την αυθαίρετη δόμηση. Τα παρόχθια δάση φαίνεται να έχουν δεχθεί τη μεγαλύτερη επιρροή και παρουσιάζεται υποβάθμιση από τη διαρκή τους ξύλευση. Επιπλέον, τα δάση αυτά μειώνονται καθώς η γή λαμβάνεται για καλλιέργεια. Το δάσος του Fraxinus κοντά στο Λεσίνι, έχει επίσης επηρεαστεί έντονα από τη βόσκηση και η αναγέννηση του είναι πολύ δύσκολη, καθώς τα νεαρά φυτάρια και το έδαφος ποδοπαντούνται από τα ζώα. Η περιοχή μεταξύ της Κλείσοβας και του Εύηνου, που αποτελεί ένα μοναδικό βιότοπο, παρουσιάζει προβλήματα κατοχής και διεκδικείται από ιδιώτες και από την κοινότητα του Ευηνοχωρίου. Αυτή η περιοχή είναι στόχος αποστραγγιστικών έργων που έχουν σαν αποτέλεσμα την εξαφάνιση μιας σημαντικής και σπάνιας χλωρίδας και πανίδας. Κατά την περίοδο 1930-1970 έχουν γίνει διάφορα εγγειοβελτιωτικά έργα, τα οποία προκαλούν υποβάθμιση και σε μερικές περιπτώσεις εξαφάνιση των σπάνιων φυσικών οικοτόπων. Εκτεταμένες περιοχές με αλμυρόβαλτους μετατρέπονται επιτυχώς ή ανεπιτυχώς σε καλλιεργήσιμη γη. Τα έλη γλυκού νερού καθώς και τα αλλουβιακά δάση έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.
Όσον αφορά το καθεστώς προστασίας:
• Η περιοχή περιέχεται στη Σύμβαση RAMSAR (13900 ha).
• Αποτελεί περιοχή ειδικής προστασίας (SPA), 13900 ha.
• Είναι σημαντική για τα Πουλιά Περιοχή της Ελλάδας (6.300 ha).
• Περιέχεται στην έκδοση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης (1319/93).
• Επικαλύπτεται μερικώς με καταφύγιο θηραμάτων σύμφωνα με το ΦΕΚ 716/Β/87.
Το θαλάσσιο οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου είναι δημόσιο, ενώ το θαλάσσιο οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας Κλείσοβας είναι δημοτικό. Το παράκτιο οικοσύστημα που περιέχει τα αλίπεδα είναι επίσης δημόσιο, αλλά μερικές περιοχές διεκδικούνται από κατοίκους της περιοχής. Μερικές από τις παραπάνω περιοχές (Νεοχώριο-Κατοχή) δόθηκαν από το κράτος σε ακτήμονες από το 1970. Αλίπεδα και υγροί βοσκότοποι προς τα νότια της καλλιεργούμενης περιοχής του Γαλατά πρόκειται να αποξηρανθούν και να διανεμηθούν για καλλιέργειες στους κατοίκους της περιοχής. Η νοτιοανατολική περιοχή μεταξύ της λιμνοθάλασσας Κλείσοβας και του ποταμού Εύηνου είναι ένα αποξηραμένο αλίπεδο το οποίο είναι άγονο και έχει μερικώς καλυφθεί από φυσικό ενδιαίτημα. Η τοπική κοινότητα του Ευηνοχωρίου βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με έναν ιδιώτη, οι δύο πλευρές διεκδικούν την ιδιοκτησία αυτής της γης.

4.1.10.5 Τοπία Ιδιαιτέρου Φυσικού Κάλλους (Τ.Ι.Φ.Κ.)

Στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας υπάρχουν συνολικά 28 τέτοιες περιοχές.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.3. : ΤΙΦΚ Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας