Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ (ΣΕΛΙΔΕΣ 128 - 137)

4.8.4 Πιέσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον

Στην περιοχή δεν υπάρχει ιδιαίτερη ρύπανση του θαλασσίου περιβάλλοντος, εκτός από τον όρμο του Αστακού, τα αστικά λύματα καταλήγουν, μετα απο βιολογικό καθαριμό στην θαλάσσια περιοχή του οικισμού.
Στα πλαίσια της Ωκεανογραφικής Μελέτης του όρμου Πλατυγιάλι λήφθηκαν δείγματα από τον πυθμένα της θάλασσας. Η γεωχημική ανάλυση των ιζημάτων έδωσε τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.28. : Συγκέντρωση βαρέων μετάλλων ιζημάτων πυθμένα στον όρμο Πλατυγιαλίου.

Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις σιδήρου (Fe) σε γενικές γραμμές συναντώνται έξω από τον όρμο Πλατυγιαλίου. Οι μικρότερες συγκεντρώσεις συνήθως παρατηρούνται στο εσωτερικό του όρμου, εκτός των δειγμάτων 15, 16 και 17 που εμφανίζουν μεγάλες τιμές.
Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις μαγγανίου (Μη) παρατηρούνται γενικώς εκτός του όρμου. Και για τις μικρές συγκεντρώσεις ισχύουν τα ίδια με τον σίδηρο.
Σε γενικές γραμμές οι συγκεντρώσεις μολύβδου (Pb) κυμαίνονται μεταξύ 17 και 35 ppm. Εξαίρεση αποτελεί το δείγμα 1 (εκτός του όρμου) όπου παρατηρείται η μέγιστη τιμή . (127ppm) και τα δείγματα 15, 16 και 17 που εμφανίζουν υψηλές τιμές.
Τα ίδια με τον μόλυβδο ισχύουν και για το χρώμιο (Cr).
- Οι συγκεντρώσεις νικελίου (Ni) κυμαίνονται μεταξύ 64 και 115ppm. Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις βρίσκονται στα δείγματα 15,16 εντός του όρμου και 1, 2, 5 εκτός του όρμου.
- Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις κοβαλτίου (Co) βρίσκονται στα δείγματα 15, 16 και 17 μέσα στον κόλπο.
Οι συγκεντρώσεις ψευδαργύρου (Zn) κυμαίνονται μεταξύ 49 και 81 ppm. Εξαίρεση αποτελεί το δείγμα 1 (εκτός του όρμου) όπου παρατηρείται η μέγιστη τιμή (6.690ppm) και τα δείγματα 15, 16 που εμφανίζουν υψηλές τιμές.
- Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις χαλκού (Cu) βρίσκονται στα δείγματα 15, 16 και 17 μέσα στον κόλπο.
Η συγκέντρωση καδμίου (Cd) είναι σε όλα τα δείγματα μικρότερη των 0,5ppm, εκτός από το δείγμα 1 όπου είναι 41 ppm.
Οι τιμές τόσο του μολυβδαινίου (Μο) όσο και του αργύρου (Ag) είναι κάτω από 1ppm.
Κόλπος Αστακού.
Στη θαλάσσια περιοχή του κόλπου του Αστακού, πραγματοποιήθηκε δειγματοληψία και ανάλυση δειγμάτων για λογαριασμό του Δήμου του Αστακού από ομάδα του εργαστηρίου της Χημείας Περιβάλλοντος και Χημικής Ωκεανογραφίας του τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου των Αθηνών υπό την εποπτεία του αναπληρωτή καθηγητή Κου Μιχαήλ Σκούλλου, με σκοπό την αξιολόγηση της κατάστασης του κόλπου.
Ο συνολικός αριθμός των σταθμών δειγματοληψίας έφτασε τους 15, ενώ σε κάθε σταθμό δειγματοληψίας έγινε συλλογή δειγμάτων από διάφορα βάθη.

ΣΤΑΘΜΟΙ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ

Σωματιδιακό υλικό. Οι τιμές των παρακάτω πινάκων δείχνουν το σωματιδιακό υλικό που συλλέχθηκε ανά όγκο δείγματος νερού σε g/l.

ΠΙΝΑΚΕΣ 4.29.α - 4.29.β - 4.29.γ. : Συγκεντρώσεις σωματιδιακού υλικού.

Η υψηλή συγκέντρωση σωματιδιακού υλικού (Πίνακας 4.29.α.) στους σταθμούς 4 (πυθμένας) και 2 (πυθμένας) οφείλεται σε σφάλμα κατά την διαδικασία δειγματοληψίας και σε αύξηση του πληθυσμού της πόλης από παραθεριστές κατά την Καλοκαιρινή περίοδο αντίστοιχα.
Συγκέντρωση των Μετάλλων στο νερό. Τα μέταλλα τα οποία προσδιορίστηκαν είναι τα ακόλουθα:
❖ Κάδμιο.
Ο πίνακας 4.29.β. παρουσιάζει τις συγκεντρώσεις Cd στην ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Αστακού. Οι τιμές στο θαλασσινό νερό είναι οι ετήσιες τιμές και οι τιμές του ιζήματος αναφέρονται σε κλάσμα <63μ.

Συμπεράσματα

Στις φυσικές απορροές, όπως στον Ξηροπόταμο, εμφανίζεται η μεγαλύτερη τιμή για τη σωματιδιακή μορφή του Νικελίου (2,0 pg/l) και του σιδήρου (345,3 pg/l) Η εικόνα αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προχωρημένη από την διάβρωση επιφανειακών ορυκτών. Ειδικά ο σίδηρος αποτελεί ένα βασικό γεωλογικό συστατικό των χερσαίων επιφανειακών εδαφών και ορυκτών της περιοχής.
Στις παράκτιες περιοχές εμφανίζεται η μεγαλύτερη τιμή για τη σωματιδιακή (3,0 μς/Ι) και τη διαλυτή μορφή του μόλυβδου. Οι μεγάλες τιμές διαλυτού μολύβδου της δειγματοληψίας που έλαβε χώρα την Άνοιξη, συνδέονται με την έντονη βροχόπτωση που έλαβε χώρα λίγες μόνο ώρες πριν τη δειγματοληψία και είχε ως αποτέλεσμα την απόπλυση των εδαφών και μεταφορά σημαντικών ποσοτήτων διαλυτού μολύβδου που αποτίθεται εκεί από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων (ο τετρααιθυλιούχος μόλυβδος προσετίθετο ως αντικροτικό στην βενζίνη super-όταν αυτή κυκλοφορούσε) μέσω των υπονόμων και των φυσικών απορροών στην παράκτια περιοχή και κυρίως στην επιφάνεια της θάλασσας.
Στους αποχετευτικούς αγωγούς παρουσιάζονται οι μεγαλύτερες τιμές της διαλυτής και σωματιδιακής μορφής των υπολοίπων δεδομένου ότι:
1. Τα απόβλητα των αποχετευτικών αγωγών είναι για την περιοχή μελέτης κυρίως αστικά λύματα τα οποία είναι συχνά πλούσια στα συγκεκριμένα μέταλλα που εξετάζουμε
2. Τα λύματα δεν υφίστανται καμιά κατεργασία πριν την έξοδο τους στη θάλασσα
Ειδικότερα ο αποχετευτικός αγωγός Βαράγγια (Στ. Δειγματοληψίας 8), αποτελεί την σημαντικότερη πηγή για το διαλυτό κάδμιο, το διαλυτό χαλκό και το διαλυτό ψευδάργυρο.
Ο αποχετευτικός αγωγός Μαυρομπούλου (Στ. Δειγματοληψίας 7), αποτελεί την σημαντικότερη πηγή για το σωματιδιακό κάδμιο, τον σωματιδιακό χαλκό και για το διαλυτό νικέλιο και το διαλυτό σίδηρο.
Στις ιχθυοκαλλιέργειες δεν εμφανίζονται υπερβολικά μεγάλες συγκεντρώσεις για κανένα μέταλλο. Εμφανίζονται όμως συγκεντρώσεις σαφώς ανώτερες από αυτές που προσδιορίστηκαν στους σταθμούς αναφοράς α) για τη σωματιδιακή μορφή του νικελίου, του σιδήρου, του χαλκού και του ψευδαργύρου και β) για τη διαλυτή μορφή καδμίου, του σιδήρου και του ψευδαργύρου. Το γεγονός αυτό μπορεί να οφείλεται:
1. Στην υψηλή συγκέντρωση της τροφής σε μέταλλα, σίδηρο (20-30 pg/l) σε ψευδάργυρο (35-40 μς/Ι) και σε χαλκό (5-6 pg/l).
2. Στη χρήση βαφών για την παρεμπόδιση ανάπτυξης διαρροών οργανισμών (φύκια και όστρακα) στα δίχτυα των κλωβών (fouling) ορισμένων τουλάχιστον- εγκαταστάσεων. Οι βαφές αυτές περιέχουν κυρίως χαλκό (όπως έδειξε και η χημική σύσταση τύπου βαφής που χρησιμοποιείται σε ιχθυοκαλλιέργεια περιοχής) γιατί πρόκειται για μέταλλο που εμφανίζει σημαντική βιοσυσσώρευση (bioaccumulation) στους οργανισμούς.
3. Στους γαλβανισμένους σιδηροσωλήνες που αποτελούν δομικά στοιχεία των εγκαταστάσεων οι οποίοι περιέχουν κυρίως ψευδάργυρο.
Εν κατακλείδι μπορούμε να πούμε ότι σημαντικό τμήμα του φορτίου διαλυτών και σωματιδιακών μετάλλων εισέρχεται στον κόλπο από τους αποχετευτικούς αγωγούς Βαράγγια και Μαυρομπούλου και από τις φυσικές απορροές Ξηροπόταμου και Βλίχας. Στην επιβάρυνση αυτή που προκαλείται στον κόλπο, πρωτεύοντα ρόλο παίζον οι αποχετευτικοί αγωγοί και δευτερεύοντα ρόλο οι φυσικές απορροές ενώ περισσότερο ρόλο φαίνεται να παίζουν οι εγκαταστάσεις εντατικής ιχθυοκαλλιέργειας.
Οργανικός άνθρακας. Από τα ιζήματα που εξετάστηκαν, βρέθηκε ότι γενικά ο οργανικός άνθρακας δεν παρουσιάζει υψηλές τιμές στο ίζημα με εξαίρεση τις ιχθυοτροφικές μονάδες όπου ο οργανικός άνθρακας παρουσιάζει υψηλότερες τιμές από τις αντίστοιχες τιμές των σταθμών αναφοράς. Στους παρακάτω πίνακες, φαίνεται η συγκέντρωση διαλυτού και ολικού οργανικού άνθρακα.

ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΑΘΜΩΝ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ

Συμπεράσματα. Η κατάσταση που επικρατεί στο ίζημα του κόλπου του Αστακού είναι πιο επιβαρημένη από την κατάσταση που επικρατεί στην κολώνα του νερού. Σε κάποιες περιπτώσεις οι εντοπισθείσες συνθήκες ανοξίας στον πυθμένα (οι οποίες ανιχνεύθηκαν πέραν πάσης αμφιβολίας) είναι αρκετά ανησυχητικές και θα μπορούσαν να απειλήσουν ακόμα και τις ίδιες τις ιχθυοκαλλιέργειες μέσω των αερίων που παράγονται (υδρόθειο - αμμωνία). Η συσσώρευση μετάλλων σε θειούχες ενώσεις στα ιζήματα των ίδιων περιοχών θα μπορούσαν να ελευθερώσουν, υπό συνθήκες επανοξυγόνωσης, διαλυτά μέταλλα.
Φυσικοχημικές παράμετροι. Κατά τη διάρκεια τόσο της δεύτερης όσο και της τρίτης δειγματοληψίας, πραγματοποιήθηκε μέτρηση ορισμένων φυσικοχημικών παραμέτρων.
❖ Θερμοκρασία. Η μέτρηση της θερμοκρασίας αποσκοπούσε στην απόδοση της εικόνας του θερμοκλινούς του εκάστοτε σταθμού και την ανεύρεση του βάθους στο οποίο αυτοσχηματίζεται.
❖ Διαλυμένο οξυγόνο. Η περιεκτικότητα σε διαλυμένο οξυγόνο αποτελεί ως ένα βαθμό "δείκτη υγείας" του οικοσυστήματος και παράλληλα μια πολύ χρήσιμη πληροφορία μονάδας εκτροφής ψαριών και το θαλάσσιο οικοσύστημα γενικά. Οι απαιτούμενες συγκεντρώσεις οξυγόνου για την διατήρηση της ζωής των ψαριών δεν πρέπει να είναι μικρότερη από 5-6 ppm.
❖ Αλατότητα και ρΗ. Κατά τη διάρκεια των τριών δειγματοληπτικών περιόδων μετρήθηκαν επίσης η αλάτοτητα και το ρΗ των σταθμών.

ΘΕΣΕΙΣ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ

Συμπεράσματα. Τόσο οι αποχετευτικοί αγωγοί όσο και οι χείμαρροι αποτελούν πηγές γλυκού νερού για τον κόλπο. Αυτή η συνεχής τροφοδότηση, σε διάφορο βαθμό, καθ' όλη τη διάρκεια του έτους έχει άμεσο αντίκτυπο στην αλατότητα η οποία παρουσιάζει τις πιο χαμηλές τιμές στις εκβολές της Βλίχας (12,5 %ο) και στον αγωγό Μαυρομπούλου (29,0 %0).
Τα νερά του κόλπου είναι ελαφρώς βασικά και καλά οξυγονωμένα σε όλη την υδάτινη στήλη και χαρακτηρίζονται γενικά από συνθήκες κορεσμού σε οξυγόνο (7,3 - 8,8 ppm). Στις μονάδες εντατικής καλλιέργειας ψαριών και συγκεκριμένα κοντά στον πυθμένα της SEA FARM και στον πυθμένα της THALASSA παρατηρούνται συνθήκες μερικούς ή πλήρους ανοξίας. Η δυσμενής αυτή κατάσταση για το θαλάσσιο οικοσύστημα οφείλεται στα προϊόντα μεταβολισμού και νεκρά κύτταρα που προέρχονται από την μεγάλη βιομάζα ψαριών που βρίσκεται στους κλωβούς αλλά και το επιπλέον οργανικό φορτίο που προστίθεται μέσα από την τροφή και δεν αξιοποιείται από τα ψάρια. Ενδεχομένως, και η γεωμορφολογία να συντελεί στη δημιουργία και διατήρηση στην περιοχή ενός νεφελοειδούς στρώματος κουβέρτας λάσπης, το ύψος της οποίας δεν είναι σταθερό αλλά από παρατηρήσεις δυτών φαίνεται συχνά να ξεπερνά το 1 μέτρο.
Θρεπτικά άλατα. Κατά κύριο λόγο οι αποχετευτικοί αγωγοί και κατά δεύτερο λόγο οι χείμαρροι που εκβάλλουν στην θάλασσα, αποτελούν για τον κόλπο του Αστακού πηγές προσφοράς θρεπτικών αλάτων. Συγκεκριμένα :
Στις φυσικές απορροές εμφανίζονται οι μεγαλύτερες τιμές των πυριτικών αλάτων (87,4 pgrat/l). Το χαρακτηριστικό αυτό είναι αναμενόμενο καθώς τα πυριτικά άλατα είναι σχεδόν αποκλειστικά γεωλογικής προέλευσης. Οι υψηλές τιμές των νιτρικών αλάτων που επίσης προσδιορίστηκαν εκεί (170 pgrat/l) οφείλονται κατά πάσα πιθανότητα στις εκπλύσεις της γεωργικής γης στην οποία εφαρμόζεται σημαντική λίπανση.
Στους αποχετευτικούς αγωγούς εμφανίζονται οι μέγιστες τιμές όλων των υπολοίπων θρεπτικών αλάτων που προσδιορίσθηκαν. Ειδικότερα ο αποχετευτικός αγωγός Βαραγγιά αποτελεί την σημαντικότερη πηγή φωσφορικών για τον κόλπο (37,7 μ9Γ3τ7Ι) και έπεται σε σπουδαιότητα ο αγωγός Μαυρομπούλου. Ο αγωγός αυτός αποτελεί την σημαντικότερη πηγή νιτρωδών αλάτων (6,6 pgrat/l) και αμμωνίας (130,7 pgrat/l). Οι υψηλές τιμές των νιτρικών και νιτρωδών οφείλονται κυρίως στη σύσταση των ασικών λυμάτων (απόβλητα αποχέτευσης) ενώ οι αντίστοιχες υψηλές τιμές των φωσφορικών οφείλονται κύρια στην χρήση απορρυπαντικών.
Στις παράκτιες περιοχές οι τιμές των θρεπτικών αλάτων είναι εμφανώς επηρεασμένες από τις υψηλές συγκεντρώσεις των χερσαίων πηγών. Όσο όμως απομακρυνόμαστε από την ακτή εξασθενούν σημαντικά και στους σταθμούς αναφοράς κυμαίνονται σε φυσιολογικά επίπεδα, συγκρίσιμα τόσο με άλλους κόλπους όσο και με το ολιγοτριφικό Ιόνιο Πέλαγος.
Στις ιχθυοκαλλιέργειες τα θρεπτικά άλατα εμφανίζονται ως εξής: τα νιτρώδη και τα νιτρικά κυμαίνονται σε τιμές συγκρίσιμες (0,4 pgrat/l και 5,7 μ9Γ3ΐ/Ι αντίστοιχα) με αυτές των σταθμών αναφοράς. Τα φωσφορικά όμως εμφανίζουν υψηλές τιμές (1,4 pgrat/l) σε σχέση με τις αντίστοιχες των σταθμών αναφοράς (0,6 pgrat/l) το χαρακτηριστικό αυτό μπορεί να αποδοθεί στην εν μέρει περιεκτικότητα φωσφόρου στις ιχθυοτροφές που χρησιμοποιούνται και εν μέρει στα μεταβολικά προϊόντα των ψαριών. Η αμμωνία παρουσιάζει επίσης υψηλές τιμές (8,4 pgrat/l) οι οποίες επίσης αποδίδονται στην μεταβολική δραστηριότητα των χιλιάδων ψαριών που βρίσκονται σε σχετικά περιορισμένο θαλάσσιο χώρο.
Συμπεράσματα. Οι σχετικά μεγάλες τιμές θρεπτικών αλάτων μπορούν να οδηγήσουν σε δυσάρεστες καταστάσεις είτε πολύ κοντά στις ακτές (π.χ ανάπτυξη ανεπιθύμητων φυκών) είτε στην περιοχή των ιχθυοκαλλιεργειών. Οι τιμές αυτές εξασθενούν σημαντικά όσο απομακρυνόμαστε από τις πηγές ρύπανσης (φυσικές απορροές, αποχετευτικοί αγωγοί, ιχθυοκαλλιέργειες) και φαίνεται να μην επηρεάζουν εμφανώς τη γενική εικόνα του κόλπου η οποία είναι αρκετά καλή. Αυτή η γρήγορη αποκατάσταση σχετικά χαμηλών τιμών οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι ο κόλπος του Αστακού δεν είναι πολύ κλειστός καθώς επίσης και στο γεγονός ότι ανανέωση των υδάτων του κόλπου με την βοήθεια των ρευμάτων είναι ικανοποιητική. Η επιβάρυνση του κόλπου λόγω της γεωργικής δραστηριότητας στον κάμπο του Αστακού φαίνεται να είναι πολύ περιορισμένη, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των εποχών που μελετήθηκαν.

4,8.5 Πιέσεις στο ακουστικό περιβάλλον

Στην ευρύτερη περιοχή του έργου επικρατεί μια πολύ καλή ποιότητα ακουστικού περιβάλλοντος.
Στην άμεση περιοχή του έργου, οι κυριότερες επιβαρύνσεις στο ακουστικό περιβάλλον οφείλονται στον οδικό κυκλοφοριακό θόρυβο και στην ηχορύπανση από τα μηχανήματα φορτοεκφόρτωσης των εμπορευμάτων των πλοίων. Ο θόρυβος αυτός εντοπίζεται στον επιλιμένιο χώρο και στην οδό πρόσβασης στην ΝΑ.ΒΙ.ΠΕ. Λόγω της γενικά χαμηλής κυκλοφορίας (οδό πρόσβασης) και των εμπορευματικών δραστηριοτήτων (λιμένα), τα σημερινά επίπεδα θορύβου δεν υπερβαίνουν τα θεσμοθετημένα όρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: